“Χρησιμοποιώ την ίδια βελόνα πάνω από μία φορά, δεν έχω να αγοράσω τα αναλώσιμά μου”

Πολύ πρόσφατα σε μια κοινή παρέα ένας φίλος με ρώτησε γιατί έχω καιρό να γράψω κάποιο κείμενο κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου, λέγοντάς μου πως με όσα γίνονται τελευταία, υπό κανονικές συνθήκες, θα έγραφα «παπάδες», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ναι, είναι αλήθεια. Πλέον, γράφω σπάνια τέτοιου είδους κείμενα που άλλοτε, για μένα, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από άποψη, ήταν ανάγκη. Κάτι, επομένως, δεν «πάει καλά».

Σκέφτηκα για λίγο και κατέληξα στο εξής. Πλέον, μου είναι πολύ δύσκολο να βρω λέξεις για να εκφράσω ακριβώς αυτά που αισθάνομαι κάθε φορά που ακούω τα παράλογα και εγκληματικά που συμβαίνουν. Μέχρι που έμαθα αυτό. Στο εξής, στους διαβητικούς τύπου 1, που είναι ινσουλινοεξαρτώμενοι, το κράτος καλύπτει μόνο ένα κουτί βελόνες αντί για δύο το μήνα, που ίσχυε μέχρι πρότινος. Ας αναφέρω για ακόμη μια φορά, κάπου εδώ, πως κι εγώ και η αδερφή μου πάσχουμε από νεανικό διαβήτη, δηλαδή τον ινσουλινοεξαρτώμενο.

Το κουτί αυτό κοστίζει περίπου 15 ευρώ. Σε πρώτο επίπεδο, μπορεί να σου φαίνεται ένα όχι ιδιαίτερο ακριβό ποσό. Με τη μόνη διαφορά πως οι βελόνες δεν είναι τα μόνα αναλώσιμα που χρειάζεται ένας διαβητικός, ενώ αρκετά συχνά πρέπει να υποβάλεται σε βιοχημικές κι αιματολογικές εξετάσεις, κάποιες από τις οποίες είναι εξειδικευμένες και δεν καλύπτονται καθόλου από τα ασφαλιστικά ταμεία. Ωστόσο, δε γράφω αυτό εδώ το κείμενο για να αναλύσω τα έξοδα που έχει ένας διαβητικός, πάσχοντας από μια μακροχρόνια και, μέχρι στιγμής, μη ιάσιμη νόσο.

Γράφω γιατί με συγκλόνισε η μαρτυρία μια κοπέλας σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή, πάσχουσας από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, η οποία δεν έχει να πληρώσει αυτό το δεύτερο κουτί βελόνες που έπαψε πλέον να καλύπτει ο ΕΟΠΥΥ και, κατά συνέπεια, δήλωσε πως αναγκάζεται να χρησιμοποιεί την ίδια βελόνα πάνω από μία φορά (3 με 4, για την ακρίβεια), ώστε να αρκεστεί στο ένα κουτί βελόνες το μήνα, το οποίο –ακόμα- εξασφαλίζει ο ΕΟΠΥΥ.

Ο διαβητικός δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ινσουλίνη. «Πενία τέχνας κατεργάζεται», συνηθίζουμε να λέμε. Η κοπέλα αυτή, προκειμένου να επιβιώσει, βάζει στην άκρη την όποια υγιεινή (περιττό να πω πως οι διαβητικοί είμαστε πολύ πιο επιρρεπείς στα μικρόβια σε σχέση μ’ έναν καθόλα υγιή άνθρωπο) και κάνει αυτό που πριν μερικά χρόνια όχι απλά θα φαινόταν αδιανόητο αλλά θα ήταν και άκρως απαγορευτικό.

Καταλαβαίνεις, τώρα, τι παθαίνω και δε γράφω; Και τι να πω για ακόμη μια φορά; Πως νιώθω ντροπή κι αηδία; Ντροπή που εγώ κι αυτοί κατοικούμε τον ίδιο τόπο, μόνο που αυτοί δηλώνουν με περισσή υπερηφάνεια «πατριώτες» και «σωτήρες» ενώ εγώ για εκείνους ίσως είμαι απλά ένας ακόμα αντιρρησίας «χωρίς αιτία», ένας ακόμα αριστεροταλιμπάν που θέλω να διασύρω τη χώρα στο εξωτερικό; Λες κι η χώρα διασύρεται από κάποιους σαν κι εμένα κι όχι από αυτούς τους ίδιους και τις πολιτικές τους. Κι αηδία για τι ή για ποιον; Για εμάς. Για τη σιωπή μας. Και όχι, οι 300.000-500.000 (και αν) των συλλαλητηρίων δε μου λένε τίποτα όταν μας ξεπουλάνε στο γιουσουρούμ για ένα κοστούμ’, που θα ‘λεγε κι ο Άσιμος.

Κι έτσι όπως «γυρίζω» από δω κι από κει σε κάτι παλιές μου σημειώσεις, πέφτει το μάτι μου πάνω σ’ ένα στίχο του Βάρναλη που λέει το εξής: «Εδώ ‘ναι η στάχτη ενός λαού, που ήταν αιώνια φλόγα». Συνάμα, ακούω Μάλαμα, το «Θίασο» κι ο Σωκράτης συμπληρώνει το σκηνικό τραγουδώντας:

Οι υποψήφιοι αστοί ντυμένοι παλιάτσοι

στο χορό των πολιτικών ελευθεριών

με δάκρυα στα μάτια για τα βάσανα του κόσμου

με πάθος για την καθαρότητα του έθνους

και την δόξα της πατρίδος…

Και, ξαφνικά, βουρκώνω. Με πνίγει οργή μου. Καταλαβαίνεις; Η ανάπτυξή τους επιτάσσει ανασφάλιστους καρκινοπαθείς νεκρούς, διαβητικούς που επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την υγεία τους λόγω έλλειψης χρημάτων (τι να πρωτοκάνουν κι οργανώσεις αλληλεγγύης, βοηθητικές είναι όχι κύριοι φορείς κάλυψης αναγκών), κλείσιμο δημόσιων σχολείων και νοσοκομείων, χιλιάδες απολυμένους, ανέργους νέους στο 60%, 5.000 αυτοκτονίες, λογοκρισία, καταστολή, φόβο.

Στο μεταξύ, έχει μπει στη λίστα μου το επόμενο τραγούδι του Σωκράτη και λέει:

Eνήλικο μούτρο ανοίγεις γραφείο.

Tα πεντοχίλιαρα μυρίζουν αιδοίο.

Γλυκά νανουρίζεις το ρήγμα π’ ανοίγει,

το ξέρεις καλά η ζωή σου έχει φύγει·

συμβόλαιο στο πάθος που λήγει…

)