Οι ρατσιστές που επαινούμε

Ο ρατσισμός ανθεί και μπουμπουκιάζει στην Ελλάδα του ’14. Και λέω ανθεί,γιατί όλοι (μάλλον πολλοί όχι όλοι) μεταξύ μας μιλάμε πια ωραία, χρησιμοποιούμε ευγενικές φράσεις και δεν προσβάλλουμε κανέναν. Αν δούμε κάποιον διαφορετικό από εμάς -στη νοοτροπία,τη φύση ή την κλίση του- (διαφορετικό με την πρώτη ματιά,γιατί κατά τ’ άλλα όλοι διαφορετικοί είμαστε), δεν τον βαράμε πια, δεν τον βρίζουμε,δεν τον τσιγκλάμε. Του δίνουμε λουλούδια τώρα, και το φόβο μας τον κρύβουμε επιδέξια πίσω από το προσφερόμενο μπουκέτο. Κι όσο πιο μεγάλος αυτός ο φόβος ή το μίσος (μπορεί και να μην έχει διαφορά τελικά) τόσο πιο φουντωτό το μπουκέτο. Όταν βέβαια μένουμε μόνοι μας οι «ίδιοι» (ποιος τους κάνει τους διαχωρισμούς αλήθεια;) τότε τον κράζουμε ελεύθερα. Το μπουκέτο μια φορά το δώσαμε, τη χειρονομία την κάναμε. Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας…

Θα μου πείτε πως ο ρατσισμός με την «καθαρή» του εκδοχή, αυτή που βγάζει μάτι δηλαδή, καλά κρατεί στην κοινωνία μας. Είναι αλήθεια πως υπάρχουν ακόμα οι τύποι που λένε «πούστης» με μίσος και το χαίρονται απίστευτα τον τονισμένο δίφθογγο της λέξης.(Είχαμε πολλα τέτοια παραδείγματα πρόσφατα,αλλα και ανέκαθεν.) Που πλακώνουνε στο ξύλο τις «παλιοξεφωνημένες». Τέτοιοι τύποι δε γουστάρουν ούτε τα «καθυστερημένα», ούτε τα «παράλυτα», ούτε τους «μουρλούς του ψυχιατρείου».Και οι γυναίκες για αυτούς είναι «μουνιά». Οκ, υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι. Υπάρχουν και οι κρυφο-ρατσιστές που θα σου πουν πως «ο καθένας στο κρεβάτι να κάνει ό,τι θέλει, αλλά αν το κανε το παιδί μου θα το σκότωνα, και θα αυτοκτονούσα.» Αυτοί τα «καθυστερημένα» και τα «παράλυτα» θα τα κοιτούσαν με λύπηση και θα κουνούσαν το κεφάλι. Οι γυναίκες,δε, για αυτούς δε θα ‘ναι «μουνιά», αλλά καμιά φορά θα γίνονται «πουτάνες» με τα «έκπτωτα» ήθη τους. Υπάρχει λόγος να μιλάμε για τέτοιους;

Ύπάρχει,όμως, και μια κατηγορία ρατσιστών που μας διαφεύγει. Αυτοί που φέρνουνε λουλούδια, όταν πάρουν πρέφα πως η διαφορετικότητα σου είναι πιο φανερή απ’ τη δική τους. Αυτοί που σου χαμογελούν, σου φέρνουν τα μπουκέτα τα μεγάλα, σε αγκαλιάζουν και ζητωκραυγάζουν για τη διαφορετικότητα σου. Που θα ζυγίσουν τόσο καλά το λόγο τους, ώστε να μην τους ξεφύγει καμιά μη πολιτικά ορθή λέξη. (Δεν θα τον ακούσεις ποτέ να πει μαύρος,γιατί δεν είναι σωστό. Είναι έγχρωμος το σωστό.)Αυτοί που θα ‘χουν αποκλείσει κάθε «ρατσιστική» λέξη από το λεξιλόγιο τους, αλλά δεν θα ‘χουν καταφέρει να απεγκλωβιστούν από τον ουσιαστικό ρατσισμό που φωλιάζει μέσα τους. Αυτοί που θα πλέκουν το εγκώμιο της διαφορετικότητας, κι από πίσω θα ζυγίζουν το περπάτημά σου,για να δουν μήπως γέρνεις λίγο, ή κομπιάζεις ή κουτσαίνεις και θα κρυφομετράνε την απόχρωση του δέρματος σου.Αυτοί που δε θα τους πει ποτέ η κοινωνία ρατσιστές,ούτε μισάνθρωπους, ούτε κακούς ,εν γένει. Αυτοί που δεν έχουν καταλάβει πως η αποδοχή της ετερότητας του άλλου δεν αποδεικνύεται με ηχηρές φιέστες και τελετές εξαγνισμού της διαφορετικότητας. Αυτοί που σοκάρονται με τις λέξεις «πούστης», «παράλυτος», «πουτάνα» «αράπης» και δεν σοκάρονται που οι λέξεις- σαν λέξεις και μόνο- αυτές έχουν ακόμα για αυτούς ρατσιστικά κατάλοιπα.

Το συμπέρασμα τελικά είναι πως όταν πάψουν να μας σοκάρουν οι λέξεις, τότε μπορεί να επιτύχουμε την αποδοχή. Όσο μας αγανακτούν,τόσο τις θρέφουμε με το μίσος μας. Όσο τις μπαζώνουμε και τις περιφρουρούμε, τόσο οχυρώνουμε τον απωθημένο φόβο μας. Όπως τον «ανάπηρο», που όταν μας φόβισε το μίσος μας για αυτόν τον κάναμε «άτομο με ειδικές ανάγκες». Κι όταν κι αυτή η φράση εμποτίστηκε με το μίσος που ξεχείλιζε έγινε «άτομο με ειδικές ικανότητες». Ποιο άλλο γλωσσικό καμουφλάζ θα μεταχειριστούμε για να καλύψουμε τα αισθήματα μας απέναντι σε μια διαφορετική φύση; Ή τον τρομο μας για τη ρευστή τροπή και της δικής μας φύσης;

Δεν είναι το μπουκέτο που θα του πάμε του άλλου τελικά, δεν είναι αυτή η ουσία. Το θέμα είναι αν η σκέψη μας απέναντι στον ΟΠΟΙΟ άλλο, μόλις κλείσει η πόρτα και αφού την έχουμε κάνει την «καλή πράξη» (βλέπε αντιρατσιστική), είναι όντως «λουλουδάτη» ή «αγκαθωτή».

*Κι όπως λέει κι ο Άσιμος :« Μα διαδώσετε σ’ αυτούς τους γκαντεμιάρικους καιρούς, να μη σκοτώνουμε τους διαφορετικούς.» Ούτε όμως και να τους ψευτοαγκαλιάζουμε για το θεαθήναι. Το «φαίνεσθαι» από το «είναι», μια ουσία δρόμος…