«Γεννήθηκα Ελληνίδα»: Είκοσι χρόνια από το θάνατο της Μελίνας

Ξέρεις τι λείπει πολύ, μεταξύ άλλων, από αυτόν τον τόπο χρόνια τώρα; Προσωπικότητες με όραμα, που να γίνονται πηγή έμπνευσης για τον κόσμο, που να ενώνουν τη φωνή τους με τη δική σου και τη δική μου στη διεκδίκηση του καλύτερου, του πιο ανθρώπινου. Να, σαν τη Μελίνα. Στις 6 Μαρτίου 1994, ημέρα Κυριακή, έφευγε από τη ζωή η “τελευταία Ελληνίδα θεά” στο νοσοκομείο Memorial της Νέας Υόρκης, έχοντας πρώτα δώσει πολύχρονη και σκληρή μάχη με την επάρατη νόσο.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 1920, σε μια οικογένεια με μεγάλη πολιτική παράδοση (ο παππούς της Σπυρίδωνας Μερκούρης ήταν για χρόνια δήμαρχος Αθηναίων, ενώ ο πατέρας της, Σταμάτης, είχε υπάρξει βουλευτής). Στα 18 της χρόνια ξεκινά τη φοίτησή της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και η πρώτη της θεατρική εμφάνιση γίνεται το 1944  στο Θέατρο Βρετάνια με το θίασο του Γιώργου Παππά και Αντώνη Γιαννίδη, με το έργο του Αλέξη Σολομού «Το μονοπάτι της Λευτεριάς».

Έκτοτε, θα ακολουθήσει μια μεγάλη και γεμάτη αναγνώριση και διακρίσεις καριέρα για εκείνη. Πρωταγωνίστησε σε μεγάλες θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές, τόσο εγχώρια όσο και διεθνώς. Έπαιξε σε σκηνές του Παρισιού αλλά και του Μπρόντγουεη. Για την ερμηνεία της στην ταινία του έρωτα της ζωής της, Ζυλ Ντασέν, «Ποτέ την Κυριακή», θα προταθεί για Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου, για το βραβείο Καλύτερης Ξένης Ηθοποιού στα BAFTA, θα κερδίσει το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ η ίδια η ταινία, ανάμεσα και σ’ άλλες υποψηφιότητες που είχε,  κατάφερε τελικά να κερδίσει το βραβείο Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής και Καλύτερου Τραγουδιού, τα οποία και είχε επιμεληθεί ο πολύ καλός φίλος της Μελίνας, Μάνος Χατζιδάκις.

Ωστόσο, παράλληλα με την τέχνη της, είχε αναπτύξει επί σειρά ετών έντονη πολιτική δράση. Στη διάρκεια της χούντας, συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα αφενός χρησιμοποιώντας τη διεθνή της φήμη και τις γνωριμίες της στο εξωτερικό για να διαδώσει σε πολιτικούς αλλά και πνευματικές προσωπικότητες της εποχής την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα κι αφετέρου διοργανώνοντας συναυλίες και πορείες αντιδικτατορικού χαρακτήρα. Εξαιτίας όλης αυτής της κινητοποίησής της θα γίνει αρκετές φορές στόχος δολοφονικών επιθέσεων, ενώ η κυβέρνηση της χούντας θα της αφαιρέσει την ελληνική της υπηκοότητα. Ποια ήταν η δική της απάντηση σε αυτό; Ο τίτλος της αυτοβιογραφίας της «Γεννήθηκα Ελληνίδα», τα έσοδα από την πώληση του οποίου διέθεσε και πάλι στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Μετά την πτώση της χούντας, εγκαθίσταται μόνιμα στην Ελλάδα και μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου και άλλη μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης Π.Α.Κ. ιδρύουν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα. Εκλέγεται βουλευτής το 1977 και διατελεί Υπουργός Πολιτισμού όλων των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ έως και το θάνατό της (1981-1989 και 1993-1994). Επί των ημερών της, ξεκινά μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης και διεκδίκησης της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο στην Ελλάδα, δημιουργεί το θεσμό των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων (γνωστά ως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) με σκοπό την πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας αλλά και τον θεσμό των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης, με πρώτη την Αθήνα το 1985.

Γι΄αυτή της την πρωτοβουλία με τις πολιτιστικές πρωτεύουσες, από το 2010 και εξής δίνεται κάθε χρόνο στην πολιτιστική πρωτεύουσα το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όπως είχε εξηγήσει ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο «…όλα ξεκίνησαν το 1985 στην Αθήνα, στο λίκνο της ευρωπαϊκής μυθολογίας, υπό την αιγίδα της Μελίνας Μερκούρη. Με την αποφασιστικότητά της συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχία της πρώτης πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης. Γι’ αυτό το λόγο αποφασίσαμε να τιμήσουμε το όνομά της, μέσα από το νέο μηχανισμό χρηματοδότησης για τις πολιτιστικές πρωτεύουσες». Επιπλέον, η UNESCO έχει καθιερώσει την ημέρα του θανάτου της, την 6η Μαρτίου, ως Παγκόσμια Ημέρα Πολιτισμού, κατά την οποία απονέμεται το Βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» ως βραβείο πολιτιστικής προσφοράς.

Λίγο πριν πεθάνει και διανύοντας ήδη τη δεύτερη θητεία της στο Υπουργείο Πολιτισμού, προσπάθησε να εισάγει στα σχολεία τη θεατρική αγωγή αλλά δεν πρόλαβε. Η σορός της μεταφέρθηκε στην Ελλάδα στις 8 Μαρτίου όπου τέθηκε σε διήμερο λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος. Στην κηδεία της που έγινε στις 10 Μαρτίου έδωσαν το παρόν χιλιάδες κόσμου, επίσημοι και μη, ενώ ήταν η πρώτη Ελληνίδα που κηδεύτηκε με τιμές αρχηγού κράτους. Ενδεικτικό της αναγνώρισής σε παγκόσμιο επίπεδο είναι το γεγονός πως την ώρα της κηδείας της τα θέατρα και τα μαγαζιά στο Μπρόντγουεη παρέμειναν κλειστά.

Σίγουρα ένα αφιέρωμα μερικών παραγράφων δεν αρκεί για να μιλήσεις με ακρίβεια και όπως ακριβώς αξίζει σε μια τέτοια προσωπικότητα. Η Μελίνα Μερκούρη, εκτός όλων των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, κατάφερε κάτι φαινομενικά απλό αλλά πολύ σημαντικό: ο κόσμος να τη φωνάζει και να τη θυμάται με το μικρό της όνομα, απλά «Μελίνα». Κι αυτό γιατί, μπορεί να προκαλούσε δέος στις ισχυρές προσωπικότητες αυτού του πλανήτη με το πάθος που μιλούσε και στήριζε τις απόψεις της, όμως σε κομβικές στιγμές για την πορεία αυτού του τόπου ήταν παρούσα δίπλα στο λαό κι ήταν από τους λίγους που δεν εκμεταλλεύτηκε την πολιτική της καρέκλα για να κάνει περιουσία αλλά για να αφήσει κάποιο έργο. Και, νομίζω, τα κατάφερε καλά (αν μη τι άλλο)…