Παιχνίδια του μυαλού

Αποχωρίζεται την αγκαλιά του Μορφέα σχεδόν με θλίψη. Τα χέρια του τον βαστούν απαλά, συνάμα και αδέξια. Το ξυπνητήρι του θυμίζει την πραγματικότητα, τον παίρνει μακριά. Σαν να αρνείται να σηκωθεί, να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες ανούσιες καταστάσεις. Και μάλιστα μέρες ανοιξιάτικες, που μήνες λαχταρούσε. Καμία αλλαγή. Το αφήνει να κάνει τον κύκλο του, να ωριμάσει. Κάπως έτσι έρχεται η αποδαιμονοποίηση όλων όσων του προκαλούν τη μελαγχολία. Δυο τρεις μέρες αναλαμπή και πάλι από την αρχή. Μια παραίτηση από την καθημερινότητα, οι ίδιες άσχημες σκέψεις. Όχι πάλι, σκέφτεται.

Αναμοχλεύει, ψάχνει αιτίες και λόγους. Μεγάλωσε. Ωρίμασε. Έχασε τη λάμψη του κι έμεινε μονάχα με τις εμπειρίες σαν τελευταίο οδηγό ζωής. Η ζωντάνια θέλει και το επόμενο της. Την κινητοποίηση. Εκεί το χάνει και γυρνά πίσω. Αναμοχλεύει θεωρίες και αποφθέγματα ζωής μπας και αλλά δεν… Βαρέθηκε την κατήφεια στα πρόσωπα των άλλων. Ανησυχία για το σήμερα, το αύριο, το χτες. Νεύρα, άγχος. Άγχος και πάλι νεύρα. Πού θα ξεσπάσει; Θα βρεθεί ένας σάκος του μποξ. Ακόμα κι αν είναι ο λάθος. Στο δρόμο, στο καφέ, στα φανάρια.

Οι καιροί δεν είναι πια οι ίδιοι. Ακόμα κι η χαρά του μένει στην επιφάνεια. Όσο προλάβει, πρόλαβε. Όσο έχει χρόνο. Σαν να έγινε ξαφνικά και το χαμόγελο είδος πολυτελείας που πρέπει να πληρωθεί με το ακριβότερο νόμισμα. Τόσο φοβάται να γελά, έτσι που σκέφτεται πως στην επόμενη σκηνή μια σκέψη θα κάνει το γέλιο, κλαυσίγελο. Εκείνη η τραγική στιγμή που το συναίσθημα εναλλάσσεται κι η κωμωδία δίνει τη θέση της στο δράμα κι οι μάσκες του θεάτρου περιπλέκονται, υιοθετώντας μια μορφή που προκαλεί ζαλάδα. H απάθεια που νιώθει για το πλήθος των σειρήνων που ακούει μέσα στη νύχτα τον τρομάζει. Επίθεση σε κάποια τράπεζα, άκουσε το θόρυβο. Κάποιος θα χάνει τη ζωή του μέσα σε ένα κρύο ασθενοφόρο, το μυαλό του δεν βαστά άλλη μιζέρια. Μπούχτησε. Και πονάει γι’ αυτό. Από παιδί κουβάλησε πολλά. Για πολλά. Αμέτρητα χρόνια.

Οι αξίες δεν έχουν πια καμιά αξία. Οξύμωρο. Λες να μην υπήρχαν ποτέ; Μήπως τις σκέπασε ο εφήμερος πλούτος και η υπερπληθώρα αγαθών που τάχα θα έπαιρναν τη θέση τους; Αδιαφορεί για το συνάνθρωπο, τα ψεύτικα όνειρα έλουσαν τα πάντα. Έφραξαν τους δρόμους της αλλαγής, καθιστώντας την αδράνεια τη μόνη διέξοδο, τη μόνη ρεαλιστική οδό. Συνώνυμο η απαξίωση των πάντων, το κλείσιμο στον εαυτό. Ο καθένας πορεύεται μόνος κι αν δεν μπορεί να ορθοποδήσει ας αυτοκτονήσει. Το ένιωσε γερά, δεν του κάνει εντύπωση.

Και κάπου εκεί χάνει την ελπίδα. Δεν υπάρχει παρακάτω, το τώρα πρέπει να σωθεί. Αγώνας, τρέξιμο, ιδρώτας, το τώρα πρέπει να σωθεί. Γέλιο υστερικό για να επιβιώσει, σαρκαστικά βλέμματα στην αποτυχία του άλλου, μίσος και φθόνος στην επιτυχία λες και του χρωστά για κάτι που αυτός δεν πάλεψε. Ανόητος. Δεν κατορθώσαμε να γίνουμε μια πόλη. Συναντηθήκαμε στο ίδιο μέρος, μα δεν μάθαμε να ζούμε μαζί. Συγκρουόμαστε για να επιβιώσουμε. Χωρίς παιδεία, χωρίς ψυχή, χωρίς πολιτισμό. Άνθρωποι ξεχασμένοι από την ίδια τους τη ζωή, μελαγχολικοί, φωνάζουν και βρίζουν, ψάχνουν τους υπεύθυνους γι’ αυτή την κατάντια, την μέτρια ζωή. Φταίει ο ατομικισμός, η εξωφρενική αδιαφορία, η απώλεια που έκανε το σήμερα να μην αντέχεται.

Κρατήσου. Λίγο ακόμα. Όταν νιώθεις πως η βία είναι το μόνο όπλο σου και ψάχνεις να βρεις πού χάθηκαν οι μουσικές, τα ποιήματα, τα συναισθήματα, αυτά που θες να σε κρατήσουν ζωντανό, κοίτα γύρω. Κοίτα καλά ρε γαμώτο. Τίποτα δεν έχει πάει χαμένο. Τίποτα δεν είναι λάθος. Κάπου είναι κρυμμένο κι είναι σωστό. Κρατήσου. Ανησυχώ για σένα.

Κοίτα ν’ αντέξεις. Δεν πουλάω συμβουλές, δεν σου απευθύνομαι καν. Πες πως κάπου το πήρε τ’ αφτί σου σαν παραμιλητό. Πρέπει ν’ αντέξεις. Όταν νιώθεις την τρέλα να σε πνίγει, σφίξε τα δόντια, κλείσε τα μάτια και άντεξε. Άσε τους άλλους στο δρόμο τους, δεν είσαι εσύ αυτό. Όταν ο θυμός σου θεριεύει, φύγε μακριά. Μη μου λες για σκοτωμούς, φθόνο και καταδίκες. Έχασες τη μάχη. Μη χάσεις και τον πόλεμο. Να θυμάσαι. Μη χάσεις τον εαυτό σου.