Κώστας Λειβαδάς: “H επιτυχία στη ζωή δεν αρκεί. Η μάχη κρατά μέχρι το τέλος”

Τον συνάντησα τυχαία ένα βράδυ Παρασκευής κάπου σ’ ένα μαγαζί. Χαμηλός φωτισμός, ατμόσφαιρα “ηλεκτρισμένη” και μια “ζωντανή” σκηνή ήταν αρκετά για να σε κάνουν να σιγοτραγουδήσεις όμορφα κι αγαπημένα τραγούδια του χτες που μιλούν στην ψυχή. Κάπως έτσι όλα δρομολογήθηκαν… Μέσα από μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση, ο Κώστας Λειβαδάς μου μίλησε για τη μουσική, τη συνεργασία, τη ζωή αλλά και τις αξίες που έχει διαταράξει η σύγχρονη κρίση. Τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. 

-Σας γνώρισα κατά τη διάρκεια ενός ακουστικού live σε ένα “ζεστό” μαγαζί κάπου στο Γαλάτσι. Λίγα όργανα, πιο ήπιοι ρυθμοί και ήρεμοι τόνοι. Η δυναμική της ολοκληρωμένης συναυλίας υπό τη συνοδεία φουλ μπάντας φαντάζομαι διαφέρει. Τι στ’ αλήθεια προτιμάτε από τα δύο;

Κατ’ αρχήν, ας σου θυμίσω ότι αυτό το μαγαζί -για το οποίο λες- εκτός από γνωστό, οικογενειακό είναι και «σκληρό» μαγαζί, δηλαδή, θέλω να πω, δεν ήταν και τόσο ήπιοι οι τόνοι. Προσπαθήσαμε και εμείς – μέσα στο χρόνο της επικοινωνίας της ζωντανής νομίζω ότι το κερδίσαμε- να μπορούμε να παίξουμε και μερικά ήσυχα πράγματα τόσο και σε δυναμικές όσο και σε περιεχόμενο. Το Sante είναι ένα μαγαζί με ιστορία, είναι ένα «ηλεκτρικό» μαγαζί, ένα μαγαζί που απευθύνεται σ’ αυτούς που αγαπούν το ηλεκτρικό τραγούδι. Κι αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που χάρηκα και για την πρόσκληση και που ήθελα να πάω και που πολλές φορές τολμάω να πηγαίνω με μια κιθάρα και με ένα πιάνο να παίξω σε τέτοιους χώρους. Γιατί, εξαρτάται κι απ’ το χέρι του παίκτη η δυναμική και η αίσθηση που πηγάζει από ένα live. Πάντοτε έπαιζα σ’αυτούς τους χώρους σαν να ήμουν με μπάντα, ενώ ήμουν με δύο άτομα ή και μόνος μου.

΄Ετσι και αλλιώς όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, δεν σταμάτησα να λέω την αλήθεια, που είναι ότι προέρχομαι από το ηλεκτρικό τραγούδι. Δηλαδή, η μεγάλη μου αγάπη και η αφετηρία μου με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο -και μπορώ να γίνω πιο συγκεκριμένος παρακάτω-ήταν το ηλεκτρικό τραγούδι. Και μετά το ηλεκτρικό τραγούδι αμέσως, ένα μέρος των παλιών καλών λαϊκών τραγουδιών μέσω του πατέρα μου. Το ηλεκτρικό τραγούδι ήρθε σε μένα μέσω της μητέρας μου. Και όταν λέω ηλεκτρικό τραγούδι, μιλάω, βέβαια, για το Rhythm and blues που έγινε Rock ‘n’ Roll και αυτό που το διαδέχθηκε το ροκ.

Οπότε, θέλω να πω ότι η αίσθησή μου και η αντίληψή μου,- που πολλές φορές ξενίζει ακόμα και συναδέλφους μου γι’ αυτό που έχουν στο μυαλό τους για το πώς θα έπρεπε ένα έντεχνο live να εκτυλίσσεται, από το ποιο να είναι το ρεπερτόριό του μέχρι ποιος να είναι ο τρόπος του παιξίματος του-, προέρχεται από εκεί απ΄το ηλεκτρικό τραγούδι. Άρα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο -για να καταλήξω- είτε είναι σε μια πολύ μεγάλη αίθουσα, είτε είναι σε μια πολύ μικρή, ο τρόπος γενικά για εμένα δεν αλλάζει. Είτε είναι με δύο όργανα, είτε είναι με πολλά. Φυσικά, η επικοινωνία είναι ένα ζητούμενο εδώ, δηλαδή το πόσο έχεις την ικανότητα και την αμεσότητα να νιώθεις και την ενέργεια του άλλου και το πρόσωπό του στο μισό μέτρο. Αλλά από την άλλη, και τι μεγαλείο όταν σε ένα χώρο και με όλη τη μπάντα «αρματωμένη» μπορεί να σου συμβεί ή μπορείς να πετύχεις το ίδιο σαν να είσαι σε ένα μικρό χώρο! Γιατί το ζωντανό στη σκηνή είναι μια ιστορία για δυο, του καλλιτέχνη και του κοινού. Για να πας όμως σ’ αυτούς τους «μαγικούς χώρους» εκεί δηλαδή που μπορεί μια βραδιά με ζωντανή μουσική να σε ταξιδέψει και να δεις το θαύμα πως «ένα κι ένα ίσον τρία», θέλει αληθινή πίστη και από τις δυο πλευρές.

-Κατά πόσον, δηλαδή, η επικοινωνία ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό, η διαδραστικότητα αυτή είναι ένα σημαντικό κομμάτι;

Εντάξει, δεν μπορεί να υποκριθεί κανείς ότι -για όσους από εμάς αυτή η μεγάλη αγάπη που λέγεται τραγούδι, έγινε και δουλειά – ότι δεν γίνεται και για το βιοπορισμό. Όμως για εμένα, το νούμερο ένα ζητούμενο είναι, εκτός από την προσωπική μου έκφραση και θεραπεία, ακριβώς αυτή η διαδραστικότητα και αυτή η γη της επαγγελίας, αυτή η χώρα των θαυμάτων που ούτε εσύ μπορείς να πας μόνος σου χωρίς το κοινό, τόσο εύκολα βράδυ το βράδυ, αλλά ούτε και το κοινό χωρίς εσένα. Οπότε για εμένα, αυτό είναι το κλειδί του παραδείσου. Είναι το ίδιο πράγμα που νιώθει κάποιος όταν μαθαίνοντας μια κιθάρα νιώθει ότι δεν θέλει να την ξαναφήσει. Φυσικά το πώς στέκεται κάποιος στο πάλκο έχει να κάνει και με μια γενικότερη πάλη της ζωής κάθε καλλιτέχνη βέβαια, εσωτερική. Δεν είναι μόνο το κουμάντο του πάλκου, έχει να κάνει πολύ και με το κουμάντο που προσπαθεί ο ίδιος να βάλει στη ζωή του.

-Έχετε συνεργαστεί με πλήθος γνωστών και καταξιωμένων καλλιτεχνών. Τι νιώθει ένας άνθρωπος που, μετά από τόσα χρόνια, έχει καταφέρει να ζει μέσα απ’ αυτό που αγαπά; Ένας άνθρωπος που, αν μη τι άλλο, έχει αφήσει το σημάδι του στο χώρο;

Τι να πρωτοπώ εδώ! Πρώτα απ’ όλα, ότι ανήκω σε μια πολύ πολύ μικρή πλειοψηφία που κάναμε τον πρώτο μας δίσκο, ή καλώς ή κακώς βγήκαμε στο ελληνικό τραγούδι, πολύ μικροί. Το πρώτο μου τραγούδι ηχογραφήθηκε στα 22 και ο πρώτος μου δίσκος λίγο πριν μπω στα 24. Αυτό είναι πρωτοφανές, βέβαια, γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα ακόμα γερόντων και κλειστοφοβική, συντηρητική και φοβισμένη απέναντι στο οτιδήποτε καινούριο. Οι Ελληνίδες μητέρες λένε ένα αρσενικό ή ένα φίλο τους μέχρι τα 50 «παιδί». Λοιπόν, αυτό το πράγμα σε μια εποχή που με όρους του τρέχοντος τραγουδιού του εξωτερικού, στα 30 ή 32 χρόνια κάποιο συγκρότημα μπορεί να διαλυθεί ή να θεωρηθεί ότι μπαίνει στη φάση της δύσης της καριέρας του, στην Ελλάδα, με το καλό και το κακό που έχει αυτό, τα ντεμπούτα γίνονταν μετά τα 30, 32, 35.

Μιλώ για τους τραγουδοποιούς. Άρα εγώ από τη μία είμαι λίγο μαγική εικόνα και ίσως να υπάρχουν άλλοι δύο σαν και εμένα που ξεκίνησαν τόσο μικροί τη διαδρομή τους και τη σημασία της. Δηλαδή υπάρχει ακόμα μεγάλη διαδρομή, αλλά είμαστε ακόμα μικροί. Αυτό τι μας κάνει; Μας κάνει τώρα τα τελευταία χρόνια, -ασχέτως αν έγραψα πολλά τραγούδια που αγάπησε ο κόσμος ή αν είχα πάρα πολλές συνεργασίες-, να αρχίζω να συνειδητοποιώ και λόγω της ηλικίας μου αλλά και λόγω αυτού που ο χώρος ή οι συντεταγμένες του σε αφήνουν να δω ή να καταλάβω ποιο είναι το σημάδι μου στο χώρο.

λειβαδάς 2Ξέρεις, μερικές φορές πάω να το ξεχάσω κι εγώ! Mία φορά πήγα σε μια εταιρεία και ήθελε κάποιος να κάνουμε μια συζήτηση για ένα best, για μία συλλογή αναδρομική. Μου είπε, λοιπόν, αυτός πως εδώ υπάρχουν συνεργασίες από το Σταύρο Λογαρίδη και το Βασίλη Σκουλά, ως το Τρίφωνο και το Μανώλη Λιδάκη. Και από τη Δήμητρα Γαλάνη ως τη Μπάμπαλη. Δηλαδή, δημιουργούνταν και συντεταγμένες που με κάποιο τρόπο και με άξονα ένα ηλεκτρισμένο τραγούδι, ένωναν και πρόσωπα διαφορετικών σχολών. Θέλει πολύ γερό στομάχι για να αντέχεις σε αυτή τη δουλειά, να το αγαπάς πάρα πολύ, πολλή υπομονή, πολλή τύχη, πολλές διαδικασίες προσευχής. Βέβαια, το ταλέντο -φαντάζομαι- έχει να κάνει και με τους συνεργάτες που επιλέγεις και κυρίως με αυτούς που σε επιλέγουν.

-Η επιλογή των συνεργατών σας πώς έγινε;

Αυτό γίνεται από ένα σημείο και μετά πιο εύκολα όταν -ξέρεις- έχεις κάνει κάποια τραγούδια που έχουν επικοινωνήσει με τον κόσμο ή έχουν αγαπηθεί και αμέσως κάποιος θα ζητήσει ένα τραγούδι και το ένα θα φέρει τ΄άλλο. Κι αν αυτό ξαναπετύχει, το ένα θα φέρει το άλλο. Ή αν δουλεύεις με μια ομάδα παραγωγής. Εγώ πάντα βέβαια το αγαπούσα αυτό και πάντα πίστευα πολύ στη συνεργασία και στις μπάντες. Από την άλλη κάποια τραγούδια ξεπερνούσαν τη φωνή μου. Έτσι, ένιωθα ότι έπρεπε να έχουν έναν άλλον αποδέκτη. Ή πάλι πολλά τραγούδια ήταν επίσης πάρα πολύ θηλυκά στο θέμα τους.

Όχι τόσο στο θέμα τους, όσο στην ψυχή τους. Έχω γράψει πάρα πολλά τραγούδια για γυναίκες. Πάρα πολλά πραγματικά. Οπότε, δίνοντας τα τραγούδια σε μια μεγάλη ερμηνεύτρια έκανα αυτό που πίστευα σωστό για το τραγούδι. Από την άλλη βέβαια, έσκαψα λίγο και το λάκκο μου και υπέγραψα και λίγο την καταδίκη μου. Ειδικά μετά το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα», που γράψαμε με το Γιώργο Δημητριάδη, και μετά το «Πιάσε με», που έσκασε έτσι με την Ελένη Τσαλιγοπούλου το ’99 -για πολλά χρόνια, τουλάχιστον για τέσσερα-, βρέθηκα στη θέση ενός προσώπου, που όλοι περιμένανε να βρούν ένα σουξέ απ’ αυτόν ή ένα τραγούδι στο οποίο θα στήριζε κάποιος άλλος την καριέρα του παρά εγώ, ο οποίος εξακολουθούσα να ηχογραφώ τους προσωπικούς μου δίσκους.

-Η «Επιμονή σου», το οποίο ερμηνεύσατε μαζί με την Ελεονώρα Ζουγανέλη αγαπήθηκε πραγματικά. Είναι ένα τραγούδι που έγινε hit από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί το μεταδίδουν συνέχεια. Θέλετε να μου πείτε γι’ αυτό;

Εγώ ήθελα να αποκαταστήσω το εξής. Ένιωθα χρόνια ότι η επιμονή είναι μια αρετή που την έχουν όλοι λοιδορήσει πάρα πολύ. Και κυρίως, στα διαπροσωπικά θέματα μέσα στο ζευγάρι. Ο κόσμος έχει την τάση -σε αντίθεση με την υπομονή που αγιοποιείται πιο εύκολα- να στήνει γύρω από την επιμονή σχόλια και να χαρακτηρίζει τα επίμονα πρόσωπα με αρνητική χροιά. Δηλαδή, αυτός που τα ‘σπασε σε κάποιον, αυτός που μέχρι το τέλος είναι άπληστος και θέλει να γίνεται το δικό του κτλ. Εγώ φυσικά μιλάω για το υπερλογικό κυνήγι ενός ονείρου. Είναι ένα τραγούδι πίστης η «Επιμονή», περί αυτού πρόκειται. Το όνειρο τείνει να καταρρεύσει χωρίς αυτό το στοιχείο. Και πάρα πολλές φορές στο ζευγάρι κάποιος παίζει το ρόλο αυτό. Οπότε, είναι ένα μεγάλο μέρος των σκέψεων που έχω όλα αυτά τα χρόνια για τη ζωή μου, για το πώς επιμένει κανείς στο τραγούδι κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, για το πώς επιμένει κανείς να ζει στον αφιλόξενο τόπο του.

Να μην νομίζει κανένας νέος πως η επιτυχία είναι το παν. Η μάχη κρατά μέχρι το τέλος. Είναι άλλοι οι όροι που μπορεί να σε έχουν βάλει μέσα σ’ ένα κλίμα, ή σε μια ομάδα εργασίας, που -ας πούμε- κατά περιόδους να νιώθεις ότι τα χέρια σου είναι λυμένα. Δεν αρκεί η επιτυχία. Κι ο νοών νοείτω. Το πόσο επιμένει κανείς να ζει στη χώρα του, το πόσο επιμένει να ξαναερωτεύεται αυτόν με τον οποίο είναι μαζί είναι μια καθημερινή μάχη. Αυτά όλα κρύβονται πίσω από το τραγούδι. Και πάνω από όλα μιλάω για το πώς η πιο δοκιμασμένη συνταγή για όλα όσα αγαπάμε είναι μία: η καθημερινή δουλειά.

Κρύβεται επίσης και ένα ζευγάρι ομογενών, που πριν πολλά χρόνια είχε επιστρέψει στην πατρίδα τους και ακόμα ζουν ακμαίοι σε ένα ακριτικό νησί. Όταν μου είχε πει μια μέρα η κυρία του ζεύγους ότι « ότι αυτό που μας άνθισε τελικά εδώ πέρα, σ’ αυτό το βράχο ξανά, είναι η αστείρευτη επιμονή μας να τον αγαπήσουμε και να τα καταφέρουμε». Ήταν μια κανονική προβολή μπροστά μου μιας ηλικιωμένης πια γυναίκας, προς το τέλος της ζωής της, που δεν είχε όρεξη για εγωισμούς και διεκδικήσεις, που παραδεχόταν ότι πράγματι το καταλυτικό στοιχείο κάποιων καίριων επιλογών στη ζωή του ζευγαριού βασιζόταν στη χωρίς τεκμηρίωση οπωσδήποτε πίστη και επιμονή του ενός συζύγου απ’ τους δύο προς μια κατεύθυνση ονείρου.

-Έχετε δημιουργήσει τραγούδια που περνούν κοινωνικοπολιτικά μηνύματα. Χαρακτηριστικά είναι το «Έχω άνθρωπο» και το «Κόψε την Πείνα». Έχει, κατά τη γνώμη σας, η μουσική χρέος να διαδραματίζει ανάλογο ρόλο; Δεδομένου πως πολλοί καλλιτέχνες επιλέγουν να ακολουθήσουν μια ουδέτερη και αποστασιοποιημένη στάση από τις εξελίξεις.

Κατ’ αρχάς, θα έλεγα ότι -με κάποιο περίεργο τρόπο από τον πρώτο μου δίσκο μέχρι σήμερα- πάντα είχα το ενδιαφέρον να πω ιστορίες γενικά από την πόλη μου και για ανθρώπους διπλανούς μου, που δύσκολα θα έβρισκαν το βήμα σ’ ένα τραγούδι να μιλήσουν. Δηλαδή, στον πρώτο μου δίσκο έγραψα το τραγούδι «Η Βίκυ δεν θα σπουδάσει», που μιλά ακριβώς για το πώς μια οικογένεια προσπαθούσε να συνετίσει το πιο ατίθασο παιδί της λέγοντάς του πως αν συνεχίσει έτσι, παίρνει την ευθύνη να στερηθεί το δικαίωμα σπουδών.

Ένα συνηθισμένο μοτίβο και μοντέλο για τους τελευταίους- ας πούμε της δικής μου εποχής που μεγάλωσαν το ’90. ‘Η «Τα παιδιά των δρόμων» που κατάφερε να γίνει στο ραδιόφωνο νούμερο ένα τραγούδι με την Ελένη, πάλι στην πραγματικότητα είναι ένα υπαρξιακό τραγούδι, το οποίο όμως έχει μέσα και πολλές νύξεις κοινωνικές ή πολιτικές, για τη ζωή μας. «Τρέχουν οι ανάγκες μας και πίσω εμείς». Κάτι που έγινε μοντέλο για την επόμενη δεκαετία. Θέλω να πω ότι αυτό ή το ‘χεις ή δεν το ‘χεις μες στα τραγούδια σου. Αν δεν το ‘χεις, μακάρι να σου δοθεί μέσω ενός στιχουργού ή μέσω μιας συγκυρίας η στιγμή που θα εκφράσεις και κάποια πράγματα για την κοινωνία μέσα στην οποία ζεις. Αν το ‘χεις είναι λάθος μεγάλο κατά κάποιο τρόπο- για μένα- να επιλέγεις και να καταπιέζεις τον εαυτό σου να γράψει περισσότερο ερωτικά τραγούδια ή τραγούδια που νιώθεις ότι θα έκαναν μια εταιρεία πιο πολύ χαρούμενη από την ανταπόκριση που θα είχαν στον κόσμο, ο οποίος τόσο πολύ λανθασμένα για τον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια -η μεγάλη μάζα του κοινού- υπαγορεύει συνέχεια την ανάγκη του ξεσκάσματος.

Γιατί, όπως είπα πριν χρόνια σε μια συνέντευξη, τελικά κινδυνέψαμε να πεθάνουμε από το πολύ ξέσκασμα. Όχι από το πολύ σκάσιμο. Από το πολύ ξέσκασμα. Κάθε φορά θα πρέπει να ανακαλύπτεις το μέτρο. Γιατί από την άλλη, αν κάποιες φορές παθιαστείς τόσο πολύ με ένα θέμα, αν δεν προσέξεις πώς θα το μεταφέρεις, είτε πάνω στη σκηνή είτε κάτω, υπάρχει περίπτωση κι αυτό να γίνει γραφικό ή άθελα σου να φτάσει δημαγωγικά κάτω, οπότε να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα πάλι. Να χαθεί, δηλαδή, η σημασία της ουσίας, που είναι -ας πούμε- ότι η κοινωνική δικαιοσύνη πρέπει να προστατεύεται και δεν μπορεί να απειλείται για τα ασθενέστερα στρώματά της σε τέτοιο βαθμό συναγερμού. Λειβαδάς 3

Κι αν δεις το «Κρατήσου απ’ τη στάχτη» το cd με το «Ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα», που ουσιαστικά αποχαιρετούσε την Αθήνα έτσι όπως την ξέραμε, είναι ένα cd που βγήκε στα τέλη του ’09. Δηλαδή πριν ακόμα ειπωθεί το «Λεφτά υπάρχουν». Όπως και η παράσταση «Όλοι λένε ψέματα», που κάναμε με τη Φαίη Ξυλά και την Ανδριάνα Μπάμπαλη στο Κύτταρο το 2008, που είχε πάρα πολλά κείμενα από φίλους όπως ο Θοδωρής Γκόνης, η Δήμητρα Παπαδοπούλου, άλλα που τα δανειστήκαμε με την άδεια του συγγραφέα κι άλλα κείμενα που τα γράψαμε εμείς. Έτυχε, μέσα εκεί, το Δεκέμβριο να ξεσπάσουν τα Δεκεμβριανά με τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Θα έπρεπε να δεις τι λέγαμε στην παράσταση εξού και το τραγούδι «Όλοι λένε ψέματα» και για ποια θέματα μιλούσαμε. Πώς επίσης θέταμε το ερώτημα ποιος τελικά κυβερνά το κέντρο της Αθήνας, τι συμβαίνει κάθε βράδυ στην Ευριπίδου, και πολλά άλλα καίρια… Ξεκινούσαμε από αυτά και δεν σταματούσαμε να ρωτάμε, να ρωτάμε για την πόλη μας και τη ζωή μας.

Το 2010 ήρθε ο φίλος μου και ηθοποιός Γιώργος Καραμίχος -που ήταν ακόμα τότε κάτοικος της πλατείας Θεάτρου- και διάβασε στο Κύτταρο ένα κείμενο γύρω από τη ζωή του με την κόρη του εκεί τα τελευταία χρόνια. Εγώ προσπάθησα να παρουσιάσω όλα αυτά τα θέματα πάντα με underground όρους τελικά, μέσα από παραστάσεις, οι οποίες δεν μεταφέρθηκαν μετά σε μία μεγακλίμακα, ούτε έγιναν φοιτητικό hotspot.΄Ηταν σοβαρά πράγματα και εξοργιστικές αλήθειες για τη γειτονιά μας την εποχή και τα χρόνια εκείνα. Υπήρξαν συνάδελφοι που ήρθαν να δουν την παράσταση αυτή και είπαν τότε ότι «εντάξει τώρα, τα αυτονόητα συζητήσαμε». Τώρα, το πόσο αυτονόητα ήταν αυτά, τα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν, το αφήνω για προβληματισμό σε σένα.

-Έπειτα από τρεις μήνες, επανέρχεστε με ένα δυναμικό live και καλή παρέα στη θρυλική σκηνή του «Σταυρού του Νότου». Στο πλευρό σας η Ζωή Παπαδοπούλου. Συναισθήματα; Περαιτέρω σχέδια μετά από την εμφάνιση;

Ο « Σταυρός του Νότου» είναι ένα ιστορικό μαγαζί για μένα και για τη γενιά μου. Πρώτα απ’ όλα, προλάβαμε εκεί να δούμε ανθρώπους που μας είχαν καθορίσει και επηρεάσει όπως οι αδερφοί Κατσιμίχα και ο Νίκος Πορτοκάλογλου. Πολύ χαρακτηριστικός τόπος συνάντησης μαζί με το κοινό τη δεκαετία του ’90. Επίσης για μένα είναι καθοριστικό, γιατί έκανα μερικά από τα πρώτα live μου και του πρώτου και του δεύτερου δίσκου μου. Δηλαδή μέχρι το 2005 με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπήρχαν παρουσίες στο « Σταυρό του Νότου», για μένα με τελευταία μεγάλη ένα πρόγραμμα αρκετά αγαπημένο, πολύ ηλεκτρισμένο και πολύ ελεύθερο, το 2005-06, με τον Δρογώση και τον Πυροβολάκη. Μια εποχή που ο Δρογώσης είχε κάνει τον δεύτερο νομίζω και πιο αγαπημένο για τον δικό του κόσμο-και για το Μάνο μόλις είχε σκάσει το «Στης εκκλησιάς την πόρτα». Οπότε έγινε μέσα στον «Σταυρό» της κακομοίρας!

Φέτος, όλη τη χρονιά την έχω περάσει στη σκηνή με τη Ζωή Παπαδοπούλου. Πρέπει να την ευχαριστήσω γι’ αυτό, γιατί είναι και πολύ καλή φίλη πια, πολύ έμπειρη τραγουδίστρια και κυρίως πολύ ήρεμος συνεργάτης στο πάλκο, πράγμα που εμένα μου κάνει πάρα πολύ καλό. Η περιοδεία για το «Γραμμένο με Κόκκινο» ξεκίνησε το Σεπτέμβριο με μια πάρα πολύ σημαντική συναυλία για μένα στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας στην Πεντέλη, που είναι ένας από τους σπουδαιότερους χώρους που έχει το λεκανοπέδιο, μαζί με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και το μεγάλο «πατριάρχη» Χρόνη Αηδονίδη. Από τότε, εγώ ουσιαστικά είμαι σ’ αυτή την τροχιά και στα περάσματα από την Αθήνα μαζί μου είναι τρεις εξαιρετικοί μουσικοί, συνεργάτες χρόνων αλλά και άνθρωποι του ηλεκτρικού τραγουδιού πολύ γνωστοί, ο Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου στις κιθάρες, ο Βαγγέλης Τζάτζος στο μπάσο και ο Βαγγέλης Καλαμάρας.

Και δεν σου κρύβω ότι αισθάνθηκα ότι μου είχε λείψει πάρα πολύ και δεν θέλω να λείψω πολύ πάλι από ‘κει, όχι μόνο επειδή αγαπάω τους ανθρώπους του αλλά γιατί είναι κι ένας χώρος που τον θυμάμαι μόνο με καλά πράγματα. Είναι σημαντικό ότι θα είναι ο αδερφός Γρηγόρης Κλιούμης που έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν και ζωντανά με τα «Υπόγεια Ρεύματα», κάναμε πρόβες μαζί στον ίδιο χώρο. Είχα φιλοξενηθεί από αυτούς πάνω από μια διετία κι έχουμε συνεργαστεί και δισκογραφικά. Θα παίξουμε πολλά τραγούδια αγαπημένα των «Ρευμάτων» αλλά και όλα τα δικά μου που αγαπάει ο Κλιούμης. Η Μαριάνα Πολυχρονίδη, επίσης μόνιμη συνεργάτης των τελευταίων χρόνων και αγαπημένη φίλη και ηθοποιός, θα είναι και αυτή στο «Σταυρό». Τέλος, στις 13 Φεβρουαρίου, θα είναι μαζί μας και ο Γιάννης Γούσιας που είναι ένας τόσο σημαντικός επιστήμονας και τόσο νέος άνθρωπος. Ο κόσμος, εντωμεταξύ, δεν ξέρει ότι είναι και πάρα πολύ καλός βιολιστής και πάρα πολύ καλός τραγουδιστής! Προτείνω σε όλους τους νέους ανθρώπους να ψάξουν από τώρα κιόλας το έργο αυτού του σημαντικού μυαλού που μας κάνει διεθνώς περήφανους.Λειβαδάς

Αυτό όλο έχει να κάνει και με μία αίσθηση που θέλαμε να μεταφέρουμε μαζί με το Γιάννη, ότι μέσα σε εποχές που ψάχνουν πάρα πολλοί πλατφόρμες σύνθεσης απόψεων και διαλόγου και ανταλλαγής ματιών, ότι η συνάντηση τέχνης και επιστήμης είναι πάντα μία πλατφόρμα που πιθανόν να μπορεί να γεννήσει μια πολύ αληθινή ελπίδα. Για μένα, το καθοριστικό της χρονιάς, εκτός από τη συνεργασία με την Ελεονώρα που είχαμε τη χαρά μαζί να μοιραστούμε ένα τόσο αγαπημένο τραγούδι σαν την «Επιμονή» αλλά και το cd «Μετακόμιση τώρα»- το οποίο έχει επίσης να πει πολλά- είναι το ότι κυκλοφόρησε επιτέλους το «Γραμμένο με Κόκκινο».

-Ο νέος σας δίσκος κυκλοφορεί από τον περασμένο Απρίλιο και- δίχως αμφιβολία- ξεχωρίζει για το περιεχόμενό του. “Του Λόγου το Αληθές μέρος 1ον-Γραμμένο με Κόκκινο”. Πλήθος σπουδαίων καλλιτεχνών ενώνουν τις φωνές τους και μιλούν μέσα από την ποίηση. Από το Διονύση Σαββόπουλο στο Μίλτο Πασχαλίδη και από τον Καρυωτάκη στον Ανέστη Ευαγγέλου, ένας φόρος τιμής στους Έλληνες ποιητές. Πείτε μας γι’ αυτόν. Υπάρχουν σχέδια για το δεύτερο μέρος;

Γενικότερα με απασχολεί να καταλάβει ένας νέος άνθρωπος ότι το ποίημα είναι ένα καθημερινό φάρμακο και καθημερινή υπόθεση και παρηγοριά και δεν είναι ένα βαρετό στερεότυπο έτσι όπως το έχει στο μυαλό του. Να δούμε επιτέλους τους θησαυρούς από τους ήρωες που έχουμε δίπλα μας και που έχουν γεννηθεί από το χώμα μας. Η δική μου η γενιά που λάτρεψε τόσο πολύ τους προφήτες του ροκ και τους μπαλανταδόρους, ας πούμε, είτε ήξερε τα δικά της πράγματα είτε δεν τα ήξερε, μετά από μια ηλικία, όταν γύρισε και τα είδε έπαθε πλάκα. Είδε δηλαδή ότι σε επίπεδο ποίησης ή στίχου η παράδοση των Ελλήνων όπως και του Κινέζων τόσων εκατομμυρίων χρόνων εξακολουθεί να είναι, πώς να σου πω, η θέση της εξακολουθεί να είναι συνταρακτικά υψηλή παγκόσμια.

Αυτό, λοιπόν,- σε ένα δίσκο που θα ήταν τόσο ηλεκτρικός, ηλεκτρισμένος και τόσο λυρικός, μέσα από όλες αυτές τις μελοποιήσεις, τις προσαρμογές και τις μεταφορές ποιημάτων ή κειμένων που βασίστηκαν πάνω σε ποιήματα-, ήταν μια υπόθεση δέκα χρόνων. Το γεγονός ότι κατάφερε με τη βοήθεια του Γιώργου του Ζαχαρίου, του φίλου μου και ενορχηστρωτή, να υλοποιηθεί, και το ότι ανταποκρίθηκαν τόσοι αγαπημένοι δικοί μου ήρωες από το Σαββόπουλο και τη Γαλάνη ως τον Κραουνάκη, τον Κατσιμίχα και τον Περίδη, φυσικά με σκλαβώνει. Ήταν μια γερή τονωτική ένεση για μένα, γιατί παρ’ ολίγο να ξεχάσω ότι υπάρχει οικογένεια του τραγουδιού και μπορεί να ανταποκριθεί αμερόληπτα όταν δει ένα καλό σκοπό ή μια καλή πρόθεση.

-Με αφορμή το θέμα του δίσκου, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως τα τελευταία χρόνια πλήθος νέων ανθρώπων έχει στραφεί στο διάβασμα και στην ποιοτική μουσική εκ νέου προκειμένου να βρει απαντήσεις. Ποια η γνώμη σας;

Μακάρι να είναι αλήθεια! Το λέω και το παραδέχομαι και δεν πρέπει να τα βάζουμε όλα σ’ ένα καζάνι. Και υπάρχει και ένα μέρος της νεολαίας πολύ ζόρικο και πολύ σκεπτόμενο. Ανησυχώ πάρα πολύ γι’ αυτό. Τελειώνουν τις σχολές τους χωρίς να ξέρουν πού θα διοχετευτούν. Οι καλύτεροι ή κάποιοι από αυτούς που πρόλαβαν πριν 4,5 χρόνια να φύγουν και είναι ήδη έξω. Είναι αλήθεια. Όμως ακόμα φοβάμαι ότι το μεγάλο κομμάτι, όπως σχεδόν συνέβαινε πάντα, και λόγω της εξουθένωσης μας από τις ζωές που ζούμε, έχει έναν εθισμό στο ξέσκασμα. Έναν εθισμό στο τίποτα. Μεγάλο κακό. Ο αχταρμάς της υπερπληροφόρησης και το lifestyle είχε καταστροφικές συνέπειες.δίσκος

-Κλείνοντας, θα ήθελα να πείτε κάτι σαν μεγαλύτερος για όλους εκείνους, ιδίως τους νέους, που προσπαθούν παρά τις αντιξοότητες και τα εμπόδια, να κάνουν τα όνειρα τους πραγματικότητα! Μια συμβουλή, ίσως.

Η βασικότερη συμβουλή είναι ότι δεν υπάρχει συμβουλή! Αν υπάρχει πολλή καρδιά και ένστικτο, δεν πρέπει κανονικά κανείς να ακούσει κανέναν ποτέ. Πιστεύω στο ένστικτο πάρα πολύ. Ακόμα κι αν οδηγήσει σε μια περιπέτεια ζωής πολύ τεθλασμένη ή αναγκαστεί κάποιος να πάει πρώτα στο εξωτερικό και γυρίσει. Καλό είναι κάποιος να δείχνει ότι το λέει η καρδιά του. Κι αν κάποιος έχει ένα όνειρο, πρέπει να μείνει πιστός στο κυνήγι αυτού του ονείρου. Εγώ δεν έχω να μιλήσω για τίποτα άλλο αυτόν τον καιρό. Αν αυτό το στερηθούμε ή αν εγώ μιλήσω αλλιώς, έχω χάσει κι εγώ κι οι άλλοι. Με μία μικρή δόση ρεαλισμού για τα στοιχειώδη, δηλαδή για να μην υπάρξουν πολύ μεγάλες απώλειες, αρματώνεται κάποιος με κάποια εφόδια και κυρίως με την αγάπη του για τη γνώση του αντικειμένου και την ενέργεια που θέλει να διοχετεύσει σ’ αυτό που κάνει, ανοίγει τα πανιά του και δεν υπάρχει συνταγή. Τα ανοιχτά πανιά είναι η συνταγή.

-Eυχαριστώ θερμά και από καρδιάς για το χρόνο σας!

Κι εγώ. Κι εγώ πραγματικά!