Καταπιεσμένη πλειοψηφία: Κι αν τα δύο φύλα αντάλλασσαν ρόλους;

Είδα πρόσφατα μία ταινία μικρού μήκους που μου κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Πρόκειται για το «Oppressed Majority» της ηθοποιού και σεναριογράφου Eléonore Pourriat, το οποίο δημιουργήθηκε το 2010, αλλά τον τελευταίο καιρό απέκτησε μεγαλύτερη δημοσιότητα.

Μέσα σε περίπου ένα δεκάλεπτο, η ταινία μάς παρουσιάζει έναν κόσμο στον οποίο οι ρόλοι των δύο φύλων έχουν αντιστραφεί. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η γυναίκα είναι αυτή που κυκλοφορεί topless δημόσια, η γυναίκα έχει τον ηγετικό ρόλο τόσο στο σπίτι όσο και στον χώρο εργασίας, η γυναίκα επιβάλλει στον σύζυγό της τον τρόπο που θα ντυθεί, η γυναίκα κάνει χυδαίο καμάκι σε όποιον κυκλοφορεί στον δρόμο. Από την άλλη ο άνδρας είναι πιο υποτακτικός, πάει για ψώνια, πάει βόλτα το μωρό και, τελικά, πέφτει θύμα βιασμού από… γυναίκες!

Η σεναριογράφος, όπως δήλωσε, δεν ήθελε να φτιάξει μια ταινία τόσο ρεαλιστική όσο σοκαριστική. Και, πράγματι, το «Oppressed Majority» σοκάρει: ιδιαίτερα στο σημείο του βιασμού, συνειδητοποίησα πόσο διαφέρουν οι γυναίκες από τους άνδρες στο πώς κυκλοφορούν στο δρόμο και, βέβαια, στο πόσο και τι φοβούνται στο δρόμο. Η ωμότητα δεν μένει στη σκηνή του βιασμού. Λίγο αργότερα, η διοικητής του αστυνομικού τμήματος (γυναίκα, βεβαίως) αμφισβητεί τον άνδρα – θύμα βιασμού για την αλήθεια των λεγομένων του. Στο τέλος, η ίδια η σύντροφός του τον κατηγορεί για το «προκλητικό» ντύσιμό του (πώς λέμε «έτσι που ντύνεται, τα’ θελε και τα’ παθε»; Αυτό).

Όσο σκληρή κι αν είναι η κατάληξη της ταινίας, πάντως, η ανισότητα «φωνάζει» ακόμα και από μικρές λεπτομέρειες. Βλέπουμε, για παράδειγμα έναν άντρα «φασκιωμένο», επειδή τον εξανάγκασε η σύζυγός του και αναλογιζόμαστε αντίστοιχα παραδείγματα με περιορισμούς στο γυναικείο ντύσιμο – και ίσως όχι μόνο σε τριτοκοσμικές χώρες. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο μια γυναίκα στο δρόμο μιλάει στον άνδρα – πρωταγωνιστή, σίγουρα μας θυμίζει κάτι. Αρχικά του κάνει κάποιο κομπλιμέντο, στη συνέχεια φτάνει και ξεπερνά τα όρια της χυδαιότητας και, τελικά, τον βρίζει, κατηγορώντας τον ότι είναι προκλητικός. Ο ίδιος, από την άλλη, προσπαθεί να αμυνθεί, αλλά βλέποντας την αντίδραση της γυναίκας, φοβάται και απομακρύνεται. Καταπίνει το δίκιο του, δηλαδή.

Δεν είναι, λοιπόν, μόνο η σωματική βία που δέχεται ο πρωταγωνιστής, αλλά και ο εξευτελισμός, ο οποίος μοιάζει να είναι ένα καθημερινό φαινόμενο για αυτόν. Εξευτελισμός, διότι αναγκάζεται να ανέχεται προσβολές χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, καθώς μια τέτοια συμπεριφορά από τις γυναίκες έχει παγιωθεί. Πιθανότατα η σεναριογράφος να μπορούσε να δώσει διάσταση σε ακόμα περισσότερες πτυχές του θέματος, όπως για παράδειγμα τη συμπεριφορά ανδρών – γυναικών στο εργασιακό περιβάλλον, αν γινόταν λόγος για μια μεγαλύτερου μήκους ταινία.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο συμβολισμός αυτού του γυναικοκρατούμενου κόσμου είναι υπερβολικός και ότι αυτά δεν συμβαίνουν. Η προσωπικότητα του «ευνουχισμένου» πρωταγωνιστή μπορεί να τρομάξει και να απωθήσει όχι μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες. Πράγματι, υπάρχει υπερβολή, η οποία, όμως, εξυπηρετεί τον σκοπό της σεναριογράφου πολύ εύστοχα. Κι αυτό επειδή, τελικά, όλα αυτά συμβαίνουν. Όχι, δεν συμβαίνουν συνέχεια και δεν είναι όλοι οι άνθρωποι (άνδρες – γυναίκες) ίδιοι μεταξύ τους, όμως δεν παύουν να αποτελούν μέρος μιας πραγματικότητας. Το πρόβλημα δεν είναι η διαφορετικότητα των δύο φύλων, αλλά το πώς αυτή χρησιμοποιείται. Το πρόβλημα δεν είναι η μεγαλύτερη σωματική δύναμη του αρσενικού, αλλά το πότε αυτή γίνεται μέσο επιβολής. Και, εν κατακλείδι, το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν λίγα έως αρκετά κατάλοιπα από παλαιότερες στερεοτυπικές πρακτικές και αντιλήψεις.