Η Μυρτώ Αλικάκη στα Pints για την παράσταση «Μένγκελε» που πρωταγωνιστεί

Σε βρίσκω στο bar-theatre «Faust», στην παράσταση «Μένγκελε», ένα έργο του Θανάση Τριαρίδη σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου, να πρωταγωνιστείς μαζί με το Λάζαρο Γεωργακόπουλο. Πριν λίγους μήνες σε συνάντησα στο «Ρυθμός Stage», μια μουσική σκηνή, όταν πρωταγωνιστούσες στη μουσικοθεατρική παράσταση «Στο μυαλό είναι ο στόχος». Σου αρέσουν γενικά οι πειραματισμοί με το διαφορετικό από την πεπατημένη; Οι αλλαγές ως προς το χώρο;

Αυτή τη φορά έτυχε κατά κάποιο τρόπο να πέσουν κοντά αυτά τα δύο αλλά γενικά ναι, μου αρέσουν οι πειραματισμοί. Μου αρέσουν τα πράγματα που δεν είναι πάντα απολύτως συμβατικά και απολύτως προβλέψιμα. Μου αρέσουν οι χώροι που δεν είναι απαραίτητα το κλασικό μεγάλο θέατρο κλπ. Αλλά γενικά είμαι ένας άνθρωπος που μπορώ να βρω χαρά κι ενδιαφέρον σε πολύ διαφορετικά πράγματα, αρκεί να με πείθει κάθε φορά ο συνδυασμός. Δηλαδή δεν είναι ότι έχω τάση προς το ένα ή προς το άλλο. Γιατί υπάρχουν και δουλειές, παραστάσεις που ανεβαίνουν σε πιο εναλλακτικούς χώρους και τις βρίσκω δήθεν, βαρετές. Δεν θεωρώ ότι το ένα είναι το καλό και το άλλο το κακό. Νομίζω ότι σε όλα τα είδη υπάρχουν και καλά και κακά πράγματα.

Έχεις παίξει και στην κλασική σκηνή του θεάτρου (την ιταλική) και σε πιο μικρές κι εναλλακτικές σκηνές. Ποιες διαφορές εντοπίζεις από τη μία στην άλλη;

Η καθεμιά από τις δύο περιπτώσεις έχει τις δικές της δυσκολίες. Πχ. στο μικρό χώρο που λειτουργεί λίγο ως κινηματογράφος και ο θεατής μπορεί να εστιάσει στο πρόσωπο του ηθοποιού και στην παραμικρή έκφραση που θα κάνει, πρέπει να λειτουργείς με μια ας πούμε εμμονή στην αλήθεια. Στη μεγαλύτερη σκηνή αυτό που είναι πάρα πολύ δύσκολο είναι πως η αλήθεια πρέπει να εξακολουθεί να υπάρχει αλλά μεγεθυμένη σ’ ένα τέτοιο βαθμό ώστε να φτάνει στους θεατές που βρίσκονται από κάτω. Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο. Τουλάχιστον εγώ προσωπικά πιστεύω ότι είναι δύσκολο να συνδυάσεις την αλήθεια με αυτό το μέγεθος που χρειάζεται η μεγάλη αίθουσα. Θέλει μια τεχνική που είναι άλλη από αυτή του μικρού χώρου. Και τα δύο είναι πολύ προκλητικά να τα κάνεις. Και νομίζω ότι υπάρχουν ηθοποιοί που είναι καλύτεροι στο ένα και άλλοι που είναι καλύτεροι στο άλλο.

Εσύ ξεχωρίζεις κάποια από τις δύο περιπτώσεις ως ιδανικότερη για σένα;

Κοίταξε, η αλήθεια είναι ότι μ’ αρέσει πολύ ως θεατής να είμαι κοντά στον ηθοποιό αλλά βεβαίως υπάρχουν πράγματα που μπορούν να συμβούν σε μια μεγάλη σκηνή (πχ στην «Γκόλφω» ή στην «Τίρζα» που επίσης σκηνοθέτησε ο Κώστας ο Φιλίππογλου) που δεν μπορούν να γίνουν σ’ ένα μικρό χώρο και είναι μαγικά και είναι αυτό που λέμε «Το Θέατρο», «Το Παραμύθι». Είναι πάρα πολύ ωραίο να μπορείς να το έχεις και αυτό. Στην πραγματικότητα νομίζω απλά πως πρέπει το κάθε έργο που ανεβαίνει να βρίσκει το χώρο που του ταιριάζει.

Πες μου δυο λόγια για την παράσταση «Μένγκελε» και για το ρόλο που υποδύεσαι σε αυτήν.

Την ιστορία την ξέρεις οπότε δε θα στην πω. Ο Θανάσης ο Τριαρίδης σε αυτή την τριλογία («Μυρμήγκια»-«Καρχαρίες»-«Μένγκελε») έχει μια εμμονή με τη συνεύρεση των ανθρώπων, ενός άντρα και μιας γυναίκας. Και στα τρία αυτά έργα επιλέγει οι ήρωές του να είναι κατά κάποιο τρόπο ανίκανοι για την απλή αγάπη. Τους είναι αδύνατο να γνωριστούν σ’ ένα βαγόνι τρένου, να παραδεχτούν ότι θέλουν ο ένας τον άλλο έτσι απλά και να συνεχίσουν. Πρέπει να υποβάλουν τον εαυτό σε μια δοκιμασία-διαδικασία-παιχνίδι για να μπορέσουν μέσα από αυτό να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.

Εγώ, άρα, ερμηνεύω τα έργα του Θανάση ως αλληγορικά. Θεωρώ ότι στην πραγματική ζωή όλοι έχουμε άμυνες, φόβους, κλισέ, στερεότυπα, ενοχές, πράγματα τα οποία εγκλωβίζουν το μυαλό μας και την ψυχή μας και που μας εμποδίζουν, τελικά, να δηλώσουμε αυθόρμητα ποιοι είμαστε και τι θέλουμε και να ζητήσουμε αυτό που θέλουμε. Επομένως, όπου βρίσκονται όλα αυτά που είπα, νομίζω πως ο Θανάσης βάζει μια πραγματική συνθήκη που είναι ακριβώς ένα παιχνίδι ρόλων, ένα ψυχολογικό παιχνίδι το οποίο υπερβαίνουν τελικά οι ήρωες για να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην έργο «Μένγκελε», δηλαδή. Τα έργα του Θανάση είναι εγκεφαλικά και αλληγορικά, όπως ίσως νιώθει κανείς για τον «Κυνόδοντα», ας πούμε, του Λάνθιμου. Δηλαδή υπάρχει ένα ακραίο σχήμα, το οποίο όμως στην πραγματικότητα είναι κάτι που όλοι, σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό, το βιώνουμε, απλώς όχι μ’ έναν τόσο ακραίο και πιθανόν σαφή τρόπο.

Σε όλη τη διάρκεια του έργου υπάρχουν συνεχείς και έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις για τους ήρωες του έργου. Αυτό σου δημιούργησε δυσκολίες στην προσέγγιση του ρόλου;

Η δυσκολία μ’ αυτό είναι τους ψυχολογικούς κρίκους μέσα σου ώστε να πηγαίνεις από τη μια κατάσταση στην άλλη. Με άλλα λόγια, να βρεις τρόπους να δικαιολογήσεις στον εαυτό αυτή τη μετάπτωση. Αυτό είναι τελείως υποκειμενικό για τον καθένα. Αυτό μπορεί να είναι οτιδήποτε. Είναι πάρα πολύ προκλητικό αυτό και πάρα πολύ γοητευτικό, εμένα δηλαδή μου αρέσουν αυτοί οι ρόλοι. Πιθανόν επειδή στη ζωή μου είμαι αρκετά σταθερή και ήρεμη, δεν είμαι ένας άνθρωπος με εκρήξεις ή έντονες μεταπτώσεις, οπότε μάλλον βγάζω το άχτι μου. Με τέτοιους ρόλους. Σαφώς πρόκειται για ένα από τα πολύ δύσκολα πράγματα που έχω κάνει αυτή η παράσταση αλλά έχει πολύ έντονο το στοιχείο του παιχνιδιού. Και αυτό για μένα είναι πάντα πολύ ξεσηκωτικό, ιντριγκαδόρικο.

Στο έργο γίνονται πολλές αναφορές στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διέπραξε ο Μένγκελε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα έργο που περνά ένα μήνυμα καθαρά αντιπολεμικό;

Σαφώς υπάρχει και το αντιπολεμικό μήνυμα αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η ουσία του έργου έχει να κάνει με την αγάπη. Απλώς όταν όλα αυτά εκτυλίσσονται σ’ ένα φόντο πολιτικό, αποκτούν άλλη διάσταση και άλλη δύναμη. Γενικά, αυτού του είδους η προσέγγιση είναι κάτι που μ’ αρέσει πάρα πολύ. Είναι κάτι που σε προβληματίζει πολύ σε σχέση με το τι είναι καλό και κακό, πώς ένας «κακός» μπορεί να είναι ευαίσθητος και πώς ένας «καλός» μπορεί να γίνει πολύ κακός κάποια στιγμή. Πόσο δηλαδή, τελικά, ρευστά είναι τα πράγματα στη ζωή και στις σχέσεις. Πάντως, σε σχέση με αυτό που με ρώτησες, αυτό που μ’ αρέσει είναι ότι πολλοί άνθρωποι που βλέπουν το έργο και δε γνώριζαν λεπτομέρειες για το Γιόζεφ Μένγκελε παίρνουν αυτές τις πληροφορίες και ταράζονται πάρα πολύ. Και σε μια εποχή που υπάρχει τάση για ολοκληρωτισμό και ακραίες απόψεις νομίζω πως είναι καλό να θυμόμαστε με όποια αφορμή ότι δεν πρέπει να ξαναζήσουμε κάποια πράγματα.

Σε αρκετές φάσεις στην παράσταση ο Μένγκελε λέει στην Εσθήρ πως όλα αυτά τα έκανε για το καλό της ανθρωπότητας. Αναδεικνύεται ένα θέμα που ταλανίζει για αιώνες τους ανθρώπους σχετικά με το θέμα της ηθικής στην επιστήμη. Εσύ τι πιστεύεις πάνω σε αυτό; Δηλαδή, χάριν της επιστήμης, μπορούν να δικαιολογηθούν πολλά και όχι απαραίτητα στο ακραίο σημείο που έφτασε ο Μένγκελε;

Πιστεύω πως πρέπει να υπάρχει ηθική, αν και θα υπάρξουν άνθρωποι που θα την αγνοήσουν, γιατί κάτι τους καλεί, είτε πρόκειται για την παράνοια που τους δέρνει ή η ανάγκη για μια επιστημονική ανακάλυψη. Εγώ μέσα μου δεν μπορώ να δικαιολογήσω τα πάντα για να προοδεύσει η ανθρωπότητα. Επίσης ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν ότι φυσικά και η εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης είναι σπουδαίο πράγμα αλλά επί της ουσίας η ανθρωπότητα προοδεύει όταν οι άνθρωποι προοδεύουν σε επίπεδο συναισθηματικό, όταν γίνονται πιο ώριμοι. Αλλιώς, έχουμε μια τεχνοκρατική ανθρωπότητα, η οποία έχει ακόμα μεγαλύτερη δύναμη στα χέρια της και πολλές φορές δεν ξέρει τι να την κάνει.

Σε αυτές τις στιγμές που ο Μένγκελε μιλά περί σωτήριας της ανθρωπότητας μέσα από ειδεχθή εγκλήματα, μου θύμισε πολλούς σύγχρονους πολιτικούς που ενώ εξαθλιώνουν τους λαούς τους, διατείνονται ότι τους σώζουν. Μπορούμε να μιλήσουμε για παραλληλισμό των φαινομένων;

Δε νομίζω ότι μπορούμε να μιλήσουμε ακριβώς για παραλληλισμό γιατί ο Μένγκελε δεν ήταν πολιτικός, ήταν ένας επιστήμονας με προφανώς –κατά την άποψή μου- στην καλύτερη περίπτωση ένα σαλεμένο ψυχισμό. Δε νομίζω ότι ο Μένγκελε εξυπηρετούσε πολιτικές, νομίζω ότι χρησιμοποίησε τις συγκεκριμένες πολιτικές για να πραγματοποιήσει ένα δικό του όραμα. Δηλαδή, κάτω από την ομπρέλα του ναζιστικού καθεστώτος βρήκε ιδανικές συνθήκες.

Τώρα, η πολιτική είναι μια πολύ ειδική υπόθεση. Εγώ προσωπικά τείνω να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η πολιτική με τον τρόπο που ασκείται είναι αδιέξοδη και μιλάω σε παγκόσμιο επίπεδο. Φυσικά δεν έχω να αντιπροτείνω κάτι και πιστεύω πως για να υπάρχει αυτό το σύστημα εδώ και τόσα χρόνια, μάλλον δεν είναι εύκολο να υπάρξει κάποιο άλλο. Αλλά νομίζω πως επειδή οι πολιτικοί έχουν εξουσία, ακόμα κι αν ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις, στην πορεία χάνουν το δρόμο και βλέπουν πιο πολύ τους αριθμούς παρά τους ανθρώπους, πράγμα το οποίο είναι φυσιολογικό έως ένα βαθμό. Δε νομίζω, δηλαδή, πως θα είναι ποτέ απόλυτα δίκαιος ο κόσμος αλλά πρέπει να υπάρξει ένα κατώτατο όριο. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, οφείλουν να είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και νομίζω πως σε μια κοινωνία που θέλει να λέγεται πολιτισμένη και προηγμένη πρέπει να υπάρχει ένα όριο για τους πιο αδύναμους. Τίθεται θέμα αξιών για μια κοινωνία όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα βασικά για τον εαυτό τους, που δεν έχουν μια δικλείδα ασφαλείας.

Σαφώς όλα αυτά τα οικονομικοπολιτικά ζητήματα είναι πολύ σύνθετα. Εμένα το μυαλό μου συχνά μπλοκάρει μπροστά σε αυτά, νιώθω να αμφιταλαντεύομαι. Άλλοτε τείνω προς μία κατεύθυνση, άλλοτε προς μια άλλη, δεν ξέρω πού είναι η αλήθεια και πού το ψέμα και νομίζω ότι αυτό συμβαίνει και στη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου και σε αυτό πατάνε για να μας χειραγωγούν.

Σε πολλά σημεία του έργου υπάρχει διάχυτη η έννοια της εκδίκησης και κατά πόσον αυτή φέρνει ή όχι τη λύτρωση. Εσένα ποια είναι η άποψή σου πάνω σε αυτό;

Δε νομίζω ότι η εκδίκηση φέρνει τη λύτρωση αλλά η συγχώρεση. Νομίζω ότι η εκδίκηση διαιωνίζει το θυμό. Πρέπει να δεχόμαστε τα τραύματα που έχουμε υποστεί, να τα διαχειριζόμαστε και να προχωράμε μπροστά. Η ανάγκη για εκδίκηση σε προσκολλά στο παρελθόν. Μπορώ να κατανοήσω την εκδίκηση εν βρασμώ ψυχής, τη θεωρώ ανθρώπινη αντίδραση, δηλαδή αν κάποιος έκανε μπροστά μου κάτι κακό στο παιδί μου, ενστικτωδώς θα ήθελα να τον εκδικηθώ. Αλλά η εκδίκηση με την έννοια του ψυχρού υπολογισμού θεωρώ ότι είναι κάτι που σε τρώει.

Τελειώνοντας η παράσταση, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι μου είχαν δημιουργηθεί πολλά ερωτήματα. Είναι ένας από τους σκοπούς σας αυτός, να προβληματιστεί ο κόσμος προς διάφορες κατευθύνσεις;

Σίγουρα. Είναι ένα έργο που θέτει ερωτήματα γιατί δεν ακολουθεί την πεπατημένη. Όταν, δηλαδή, έχεις ένα τέρας όπως ήταν ο Γιόζεφ Μένγκελε να μιλά για αγάπη, είναι ένα πολύ οξύμωρο σχήμα αυτό, είναι έξω από την τρέχουσα ηθική και άρα θέτει αρκετά ζητήματα, εξορισμού και μόνο.

Μέχρι πότε θα διαρκέσουν οι παραστάσεις;

Οι παραστάσεις θα διαρκέσουν σίγουρα μέχρι το Πάσχα και παίζουμε κάθε Δευτέρα και Τρίτη.

Άλλα επαγγελματικά σχέδια που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

Παίζεται ήδη στις αίθουσες η ταινία «Το δέντρο και η κούνια». Πρόκειται για μία ταινία που επίσης έχει ένα πολιτικό φόντο, αυτό της μετανάστευσης και της μετακίνησης των λαών για διάφορους λόγους και μέσα από αυτό το φόντο παρακολουθούμε την ιστορία μιας οικογένειας η οποία έχει καθοριστεί από την έννοια της μετανάστευσης. Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ επίκαιρο θέμα, οι μετακινήσεις βρίσκονται σε έξαρση, είτε μιλάμε για πολιτικούς πρόσφυγες είτε για οικονομικούς μετανάστες κλπ. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Ηλίας Λογοθέτης, η Μυριάννα Καράνοβιτς, ο Νίκος Ορφανός κι η αφεντιά μου, το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι της Μαρίας Ντούζα και είμαι πολύ ευτυχής γι’ αυτή τη συνεργασία.

Τα γυρίσματα για το σήριαλ «Βαλς με δώδεκα θεούς» τα τελείωσα πρόσφατα. Ήταν μια κουραστική διαδικασία γιατί πηγαινοερχόμουν στην Κύπρο για τα γυρίσματα αλλά είναι μεγάλη τύχη σε αυτούς τους καιρούς να μπορείς να κάνεις τηλεόραση κι επειδή κι οι άνθρωποι στην Κύπρο είναι πάρα πολύ φιλόξενοι νιώθω μια ιδιαίτερη γλύκα γι’ αυτή τη δουλειά.

Επίσης, παίζω με το Χάρη Ρώμα στο θέατρο Αγγέλων Βήμα στο έργο «Αυτός που θα έσωζε τον κόσμο», κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή.

Τώρα, την άνοιξη θα κάνω μια ταινία στην Κωνσταντινούπολη, θα λέγεται «Η Πόλη των θαυμάτων», είναι της Φωτεινής Σισκοπούλου και θα έχει κι αυτή ένα πολιτικό υπόβαθρο γιατί έχει να κάνει με μια γυναίκα που η οικογένειά της απελάθηκε από την Κωνσταντινούπολη με τις απελάσεις του ’67 και σήμερα, με αφορμή ένα ακίνητο που υπάρχει εκεί, επιστρέφει στην Πόλη για να βρει το νήμα που τη δένει με αυτό το μέρος και το οποίο κόπηκε τόσο απότομα.

Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ κι εύχομαι καλή συνέχεια σε ό,τι κάνεις!

Κι εγώ σ’ ευχαριστώ! Να είσαι καλά!