Μήνυμα ενός πολέμου

Πόλεμος. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των λαών. Οι ισχυρότεροι, τις περισσότερες φορές, είναι αυτοί που θα επιβάλλουν τη θέλησή τους με τη χρήση όπλων. Οι λόγοι που μπορεί να προβληθούν για την κήρυξή του είναι πολλοί και διαφορετικοί. Ο μόνος ουσιαστικός; Η απληστία του ανθρώπου. Κατά βάση τα κίνητρα είναι οικονομικά, ακόμα κι αν “ντύνονται” από ιδεολογικά συνθήματα. Συνώνυμό του, το απόλυτο κακό. Δεν πρόκειται για ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης αλλά για το αποτέλεσμα της απουσίας γερών θεσμών και αλληλεγγύης για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών.

Βία. Το φάντασμα της βίας. Εξουδετερώνει την αμεριμνησία αλλά και την ανθρώπινη υπόσταση. Η βία καταλύει τη λογική. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Όταν η πραγματική βία ξεσπά, τίποτα δεν παραμένει στη θέση του. Όλα γίνονται αναπάντεχα, παράλογα και φανατισμένα. Τα πρόσωπα, οι ομάδες, οι πόλεις, τα χωριά έχουν πια ψυχολογία εμπόλεμων. Απειλούν και απειλούνται. Τότε η επιθετικότητα γίνεται αυτούσιο κομμάτι του εαυτού και η ανθρώπινη υπόσταση περνά σε δεύτερη μοίρα.

Την 1η Φεβρουαρίου του 1968, ο φωτογράφος του Associated Press Έντι Άνταμς, απαθανάτισε την εν ψυχρώ εκτέλεση ενός Βιετκόνγκ αντάρτη από τον αρχηγό της Αστυνομίας του Νοτίου Βιετνάμ στη Σαϊγκόν. Για πολλούς, η εν λόγω εικόνα έδωσε ώθηση στο αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ για τον πόλεμο του Βιετνάμ, μιας επιχείρησης που χρησιμοποίησε ως ιδεολογικό πρόσχημα την αναχαίτιση του κομμουνισμού. Στη φωτογραφία εμφανίζεται ο αρχηγός της Αστυνομίας του Νοτίου Βιετνάμ, Νγκουγιέν Νγκοκ Λόαν, την ώρα που εκτελεί τον Βιετκόνγκ Νκουγιέν Βαν Λεμ. Ενώπιον των δημοσιογράφων, ο Λόαν υποστήριξε πως προέβη στην πράξη από “δικαιολογημένη αγανάκτηση” καθώς ο Λεμ με τους συντρόφους του κατά τη διάρκεια μιας καταδρομικής επιχείρησης είχαν σκοτώσει αδιακρίτως πολλούς αστυνομικούς και μέλη των οικογενειών τους, ανάμεσά τους και κάποιους συγγενείς του στρατηγού. Δεν ήταν λίγοι οι εκπρόσωποι του Τύπου που επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του Λόαν, αλλά δεν δικαιολόγησαν την πράξη του.

Η εικόνα σε σύντομο χρονικό διάστημα έκανε το γύρο του κόσμου ενώ κατέστη στο σύμβολο της φρικαλεότητας του πολέμου. Ακόμα και σήμερα αποτελεί την αφορμή συζητήσεων και προβληματισμού σχετικά με την άσκηση της κρατικής βίας και τα εγκλήματα πολέμου. Η φήμη των Αμερικανών, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη διεξαγωγή του πολέμου στο πλευρό των συμμάχων τους Νοτιοβιετναμέζων εναντίον των κομμουνιστών της Βορείου Κορέας και των ομοϊδεατών τους Βιετκόνγκ στο Νότιο Βιετνάμ, υπέστη τεράστια ζημιά. Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης περί αιχμαλωσίας, η πράξη θεωρούταν καθαρά “έγκλημα πολέμου”. Άλλοι υποστήριξαν πως ο Λεμ δεν μπορούσε να θεωρηθεί αιχμάλωτος επειδή δεν ήταν και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η Σύμβαση της Γενεύης στην περίπτωσή του.

Ο φωτογράφος Έντι Άνταμς, ο οποίος απαθανάτισε το περιστατικό, τιμήθηκε και κατέκτησε ένα χρόνο αργότερα το βραβείο Πούλιτζερ για το καλύτερο φωτορεπορτάζ. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος έκανε δημόσια την αυτοκριτική του, ενώ μίλησε για την βλάβη που προξένησε με τη δημοσιοποίηση της φωτογραφίας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του που αργότερα δημοσιεύονται σε περιοδικά. “Ο στρατηγός σκότωσε ένα Βιετκόνγκ κι εγώ τον σκότωσα με τη φωτογραφική μου μηχανή. Οι φωτογραφίες είναι το πιο ισχυρό όπλο στον κόσμο. Οι άνθρωποι τις πιστεύουν, αλλά οι φωτογράφοι συχνά ψεύδονται, έστω και χωρίς δόλο. Οι φωτογραφίες λένε συχνά τη μισή αλήθεια, όπως και στην περίπτωση του Λόαν”. Ο Άνταμς εξομολογήθηκε τη δυσφορία που ένιωσε την ημέρα της βράβευσης του παρά την τεράστια επιρροή που είχε στο κοινό.

“Η ορχήστρα”, θυμάται, “έπαιξε την ‘Αστερόεσσα’. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου, αλλά δεν ήταν από χαρά. Ήταν για το στρατηγό Λόαν. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχα καταλάβει τι του έκανα. Παίρνοντας εκείνη τη φωτογραφία, κατέστρεψα τη ζωή του. Πάντοτε οι άνθρωποι διαπράττουν τέτοια στον πόλεμο, σπάνια βρίσκεται όμως εκεί ένας φωτογράφος. Στο αεροδρόμιο της Σαϊγκόν με υποδέχθηκε ένας χαμογελαστός δημοσιογράφος. `Εχουμε τη φωτογραφία σας στο κέντρο του πολεμικού μας μουσείου, μου είπε. Μπορώ να σας πάρω μια συνέντευξη;”.

Όταν ο Λόαν χρειάστηκε ιατρική περίθαλψη μεταφέρθηκε στην Αυστραλία, ενώ το νοσοκομείο δεν τον δέχτηκε κι έτσι μετέβη και πάλι στην Αμερική. Εκεί τον περίμενε ένα οργισμένο πλήθος. Όταν εγκαταστάθηκε στην Βιρτζίνια, αποφάσισε να ανοίξει ένα εστιατόριο άλλα η φωτογραφία τον καταδίωκε. Άγνωστη έσπασαν το μαγαζί του και έγραψαν στους τοίχους “Ξέρουμε ποιος είσαι”. Ο ίδιος πέθανε εξόριστος στις ΗΠΑ το 1998.