Γκράφιτι, τότε και τώρα

Με το σύνθημα «Στέγη καλεί γκραφιτάδες», η Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση σε καλλιτέχνες που ασχολούνται με graffiti και τη street art, καλώντας τους να δηλώσουν συμμετοχή σε μια ομαδική έκθεση. Στόχος της έκθεσης αυτής είναι η παρουσίαση της τέχνης του δρόμου στην Αθήνα.

Οι συμμετέχοντες επιλέγουν ελεύθερα τόσο τη θεματολογία, όσο και τα υλικά τους, ενώ ενθαρρύνονται οι συνεργασίες μεταξύ καλλιτεχνών. Όλα τα έργα θα δημιουργηθούν μέσα στο χώρο της έκθεσης, σε επιφάνειες εργασίας που θα θυμίζουν εξωτερικό τοίχων. Η επιφάνεια εργασίας για καλλιτέχνη ή ομάδα θα είναι περίπου 3,70 Χ 3 μ. Υπολογίζεται ότι μπορούν να φιλοξενηθούν 40-50 καλλιτέχνες. Το κόστος των υλικών καλύπτεται από τη Στέγη, ενώ κάθε καλλιτέχνης που θα συμμετέχει θα λάβει και μια συμβολική αμοιβή.

Η επιλογή των καλλιτεχνών θα γίνει από διεθνή επιτροπή, αποτελούμενη από ιστορικούς τέχνης, αρχιτέκτονες, κοινωνιολόγους, ενεργά μέλη της γκράφιτι σκηνής και ανθρώπους που γνωρίζουν «από μέσα» το χώρο του γκράφιτι και της τέχνης του δρόμου. Στη διάρκεια της έκθεσης, οι επισκέπτες μπορούν να ψηφίσουν το έργο της επιλογής τους.

Ο καλλιτέχνης που θα συγκεντρώσει τις περισσότερους ψήφους θα λάβει ένα οικονομικό έπαθλο, με σκοπό την υλοποίηση ενός πρωτότυπου έργου σε δημόσιο χώρο της Αθήνας μετά το τέλος της έκθεσης, και κατόπιν συγκεκριμένης πρότασης που θα υποβάλει στη Στέγη σχετικά με το θέμα, το χώρο και τις αντικειμενικές δυνατότητες πραγματοποίησής του.

180442_1827854780410_1361537633_32102341_1791053_n

Λίγα λόγια για το γκράφιτι και την ιστορία του

Το γκράφιτι πήρε τη σημερινή μορφή του στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στις κοινότητες των αφροαμερικανών, αν και ήδη από τα μέσα του 1930 πρωτοεμφανίστηκαν κινήματα όπως οι cholos του Los Angeles και οι υπογραφές του hobo πάνω σε βαγόνια τρένων πριν την εποχή της New York school. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε από πολιτικούς ακτιβιστές, για δημοσιοποίηση των δηλώσεών τους, και από συμμορίες του δρόμου, με σκοπό την οριοθέτηση των περιοχών τους.

Το 1971 οι New York Times παρουσίασαν σε άρθρο τους έναν «ιδιαίτερο» καλλιτέχνη του Μανχάταν, ο οποίος υπέγραφε ως «ΤΑΚΙ 183». Πίσω από την υπογραφή κρυβόταν ένας Ελληνοαμερικανός από την Ουάσιγκτον, με το όνομα Δημήτρης, που χρησιμοποίησε μία σύνδεση του ονόματός τους και του αριθμού της οδού όπου έμενε (183). Κάπως έτσι, το γκράφιτι εξαπλώθηκε στους δρόμους της Αμερικής, αλλά και σε όλο τον κόσμο, ως μέσο έκφρασης συναισθημάτων. Το γκράφιτι ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με το hip hop, πιθανότατα επειδή και τα δύο είχαν άμεση σχέση με καταπιεσμένες ομάδες πληθυσμού.

Ένα χαρακτηριστικό των πρώτων γκράφιτι, σε αντίθεση με τα σύγχρονα, είναι το γεγονός ότι συνήθως έμεναν ανυπόγραφα. Επίσης, το αρχικό μέγεθος της υπογραφής (tag) ήταν πολύ μικρότερο σε σχέση με συνολικό μέγεθος του γκράφιτι. Με τη χρήση του σπρέι, τα γκράφιτι άρχισαν να μεγαλώνουν και να ποικίλουν σε σχήματα και χρωματικούς συνδυασμούς.

Το γκράφιτι, εξαπλώθηκε από την Φιλαδέλφεια στη Νέα Υόρκη και, στη συνέχεια στο Μπρούκλιν. Εκεί, το κίνημα του γκράφιτι μεγάλωνε συνεχώς. Ο υπόγειος σιδηρόδρομος αποδείχθηκε ως μια γραμμή τηλεπικοινωνίας και ως ένα στοιχείο ενοποίησης όλων αυτών των ξεχωριστών κινημάτων. Οι άνθρωποι και στις 5 περιφέρειες ενημερώνονταν για τις προσπάθειες του καθενός, έτσι καθιερώθηκε και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους.

Ο ανταγωνισμός αυτός ήταν και η αιτία της ανάπτυξης των tags, καθώς το κάθε άτομο χρειαζόταν έναν τρόπο για ξεχωρίσει και να αποκτήσει φήμη. Πολλές μέθοδοι και καλλιγραφικά στυλ δοκιμάστηκαν και αναπτύχθηκαν. Κάποιες υπογραφές είχαν ξεχωριστό νόημα για τον καλλιτέχνη, ενώ κάποιες όχι, ενώ στην πορεία η χρήση υπογραφών κλιμακώθηκε.

Το 1980 το γκράφιτι άρχισε να τα βρίσκει σκούρα εξαιτίας των writers αλλά και όλης της κοινωνίας που και η ίδια κατέρρεε, τον καιρό εκείνο ξέσπασε η επιδημία του crack και της κοκαΐνης πολλά άτομα πέθαναν εξαιτίας της και κυρίως μέσα στα γκέτο. Καινούριοι νόμοι βγήκαν και απαγόρευσαν την πώληση των spray από μεταπωλητές και τα μαγαζιά που θα τα πωλούσαν έπρεπε να τα είχαν κλειδωμένα σε ειδικά ντουλάπια ουτώς ώστε να μην κλαπούν. Ακόμα, τα γκράφιτι άρχισαν να διώκονται μαζικά, ως παράνομη πράξη και δείγμα βανδαλισμού, ενώ έγιναν μαζικές επιχειρήσεις εκκαθάρισης και καθιερώθηκαν ποινές φυλάκισης και προστίμου.

Αυξημένη δημοτικότητα, ειδικά στην Ευρώπη, έχει αποκτήσει η τεχνική του στένσιλ, όπου το σχέδιο προετοιμάζεται από πριν στο χώρο του γκραφιτά κόβοντας λεπτή λαμαρίνα ή ξύλο, που χρησιμοποιείται σε επαφή με τον τοίχο ψεκάζοντας από πάνω τη μπογιά, αφήνοντας αποτύπωμα μόνο όπου υπάρχει κενό στη λαμαρίνα. Το στένσιλ χρησιμοποιείται συχνά σε πορείες διαμαρτυρίας για “γρήγορα” γκράφιτι. Σε ορισμένες πόλεις του κόσμου υπάρχουν τοίχοι μόνο για γκράφιτι. Σημαντικός καλλιτέχνης αυτής της τεχνικής είναι ο Βρετανός Banksy.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η τοιχογραφία, ως «ρίζα» του γκράφιτι, η οποία είναι συνδεδεμένη με πολλές διαφορετικές περιοχές, όπως η Κίνα, η Αίγυπτος, η Ελλάδα, η Ρώμη, αλλά και με διαφορετικές χρονικές περιόδους. Στην Αμερική, η λατινοαμερικάνικη τοιχογραφία έχει τις ρίζες της στους αυτόχθονες πολιτισμούς, στις πόλεις-θρησκευτικά κέντρα των Αζτέκων, των Μάγιας και των Ίνκας. Οι τοιχογραφίες βρίσκονταν κυρίως σε εσωτερικούς χώρους, και σε κάθε τοίχο ανάλογα με τη θέση του, απεικονίζονταν θέματα ιστορικά, τελετουργικά, θρησκευτικά καθώς και σκηνές της καθημερινής ζωής. Στην πιο σύγχρονη εποχή της Λατινικής Αμερικής (19ος – 20ος αι.), συναντάμε το κίνημα muralismo, το οποίο συνέβαλε στην εξέλιξη της τοιχογραφίας. Αν και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή στη Βραζιλία, το επαναστατικό αυτό κίνημα είχε μεγάλους εκπρόσωπους – τοιχογράφους στο Μεξικό, όπως ο Diego Rivera.

rivera