Δίκη μιας γενιάς: Θύτης ή θύμα;

-Όταν ήμαστε στην ηλικία σας , ήμαστε ταγμένοι κάπου -σωστό ή λάθος το πού δεν έχει και πολλή σημασία- αλλά κάτι πιστεύαμε κι εκεί πηγαίναμε πολεμώντας. Εσείς τι κάνετε στην ηλικία σας, που είστε και στα ντουζένια σας; Σκύβετε το κεφάλι και χώνεστε όπου κι όπου, μου ‘πε τις προάλλες ο θείος μου σε ένα αυτοσχέδιο οικογενειακό τραπέζι που στήθηκε στο πι και φι. Πήγα να τους δω,να τα πούμε και να ξαλεγράρω σε μια οικογενειακή συνεστίαση βγαλμένη από τα παλιά. Στο τραπέζι μεταξύ των μεσήλικων θείων, ήταν κι ο Μάνος με τη Ζωή, 23 και 26 αντίστοιχα, τα ξαδέρφια μου. Οι τρεις μας στη σειρά απέναντι από τη «γερουσία» σε μια στάση ασυνήθιστα αμυντική, κληθήκαμε να δώσουμε απαντήσεις. Σαν δικαστήριο μιας γενιάς ένα πράγμα.

 

– Και η ξαδέρφη σου εδω, έπιασε δουλειά σε τηλεφωνικό κέντρο, πουλάει κρέμες ή κάτι τέτοιο,500 ευρώ οχτάωρο, εννιάωρο -κάπου τόσο-. Και να δεις πως το φχαριστιόταν όταν μου το ανακοίνωνε. Είπα κι εγώ πως έπιασε δουλειά της προκοπής,για να ‘χει τόση χαρά. Αλλά, ας είναι βολεύεστε όπου όπου. Και να φανταστείς πως ήταν αριστούχος στη Φιλοσοφική και το πήγαινε και για Διδακτορικό.

 

Ο τόνος του ήταν ειρωνικός κι ένιωσα τη Ζωή δίπλα μου να κοκκινίζει και να αισθάνεται αμήχανα. Ήθελα να αλλάξω κουβέντα,αλλά ο θείος μου επέμεινε να συνεχίσει το ίδιο ανακριτικό τροπάριο, στρέφοντας την κουβέντα σε μένα αυτή τη φορά.

 

– Εσύ κορίτσι μου πώς τα πας; Έχουμε κανένα ευχάριστο νέο για την εξέλιξη σου; Θα καμαρώσουμε τουλάχιστον εσένα πουθενά;

 

Στριμώχτηκα αρκετά και κατάλαβα πως πια είχα περικυκλωθεί από την ερώτηση του. Ήμουν υποχρεωμένη να απαντήσω. Είχε έρθει η σειρά μου.

 

– Ναι,κάτι κάνω κι εγώ..

– Σε κανά ραδιόφωνο, εφημερίδα; Τι,για πες..

– Ε, τώρα για να είμαι ειλικρινής δεν ασχολούμαι με κάτι σχετικό με αυτά.

– Τι κάνεις δηλαδή;

– Προς το παρόν, απασχολούμαι σε ένα …εστιατόριο.

– Δημόσιες σχέσεις;

-Μπορείς να το πεις κι έτσι. Έχω αναλάβει το διαφημιστικό κομμάτι της επιχείρησης.

-Τι κάνεις δηλαδή βρε παιδί μου;

– Βασικά… μοιράζω φυλλάδια.

 

Ξεροκατάπιε και το χαμογελό του πάγωσε. Με κοιτούσε με δυσαρέσκεια κι απογοήτευση -ή από τις ενοχές μου του απέδωσα εγώ αυτές τις διαθέσεις;

 

– Ωραία είσαι κι εσύ… Χαρείτε με την επιτυχία σας, βρε. Άξιοι είστε. Άξιοι της μοίρας σας δηλαδή.

 

Ο Μάνος ξεροκατάπιε κι αυτός. Αριστούχος στη Νομική (σόι αριστούχων εκτός από μένα!), είχε μόλις απορρίψει μια υποτροφία στην Αγγλία, και δεν το ‘χε πει σε κανέναν από την οικογένεια. Είδε πως τα λεφτά της υποτροφίας δε θα τον έφταναν κι αποφάσισε να μείνει. Έπιασε πριν κάτι βδομάδες δουλειά σε ένα μίνι μάρκετ 7 μέρες τη βδομάδα,8 ωρο για 500 ευρώ, για να μαζέψει τα λεφτά για να κάνει ένα μεταπτυχιακό εδώ.

 

– Και τι τους λες που λείπεις τόσες ώρες; Που λες οτι πας; Τον είχα ρωτήσει άλλη μέρα.

– Λέω πως πάω βιβλιοθήκη για τις εξετάσεις του μεταπτυχιακού. Τον ξέρεις τον πατέρα μου τι τύπος είναι..Θα φρίξει άμα του πω τι κάνω και θα τον πιάσουν οι περηφάνιες.. Λες και έχει να τσοντάρει.. Αλλά από περηφάνια είναι ικανός να πουλήσει το σπίτι,για να σπουδάσω εγώ..

 

Ο θείος μου αδυνατούσε να διανοηθεί πως η κουβέντα αυτή είχε εξαντληθεί -ή έπρεπε να τελειώσει- και συνέχιζε επιθετικά να κινείτε απένταντι μας. Οι υπόλοιποι συνομηλικοί του, σαν να συμφωνούσαν σιωπηλά.

 

– Βρε εμείς.. εμάς που μας βλέπεις. Τι να σας πω, βρε κοιμισμένα; Ρώτα το μπάρμπα σου τον Αντώνη εκεί..Ρε Μάρω πες κι εσύ.. Εμείς τι κάναμε στα νιάτα τους; Κοιμόμασταν έτσι σαν δαύτα; Ούτε χαρτιά,ούτε βραβεία,αλλά πες τι πείσμα.. Πες τι πάθος… Εμείς ήμαστε απέναντι από το τανκ. Εμείς. Η δικιά μας η γενιά διεκδικούσε,απεργούσε ουσιαστικά και με τσαμπουκά. Δεν έκανε σόου,να περάσει η μέρα.

 

Κάπου βρήκα την οργή του δικαιολογημένη και κάπου αδικαιολόγητα άδικη. Εκπαιδευτήκαμε ναι. Η γενιά μου -για να μιλήσω με όρους αντιδίκων- εκπαιδεύτηκε. Έπεσε όμως θύμα ολέθριας και βάναυσης εκπαίδευσης. Εκπαιδεύτηκε να γεμίσει κενά, να σφηνώσει στις χαραμάδες και να κρεμαστεί στα τοιχώματα ενός συστήματος που έπρεπε να συντηρήσει. Τώρα μου ζητάτε να το ανατρέψω, αλλά το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ανατρέξω. Να ανατρέξω στα SOS να δω πού μου το μάθατε το κεφάλαιο αυτό, αλλά δυστυχώς δεν το βρίσκω. Βρίσκω μόνο το άλλο, που μου λεγατε να γίνω δασκαλίτσα..Ναι αυτό,δεν το θυμάστε; Αυτό το να χωθώ στο δημόσιο και να κάθομαι. Ναι, αυτό βρίσκω παντού με μαρκαδόρο, υπογραμμισμένο και γραμμένο σε κάθε κεφάλαιο των τόμων της διδασκαλίας σας. Αυτό βλέπω.. Το άλλο κεφάλαιο που λέτε, της αντροπής που ξέπεσε;

 

Κι αν κάτι άλλο πήγε λάθος μ’ αυτή τη χιλιοειπωμένη εκπαίδευση, είναι πως μας έκανε -έκανε τη γενιά μου,για να συνεχίσω τους όρους της αντιδικίας- να ξεχειλώνουμε το όνειρο και να το φέρνουμε στα μέτρα της γνώσης που λίγο λίγο ξεκλέβαμε. Ξεχείλωσε τόσο, που πλέον αδυνατούμε να χωρέσουμε στο sur mesure κοστουμάκι της κοινωνίας. Δε χωράμε σ’ αυτήν την κοινωνία. Σακουλιάζει το ρουχαλάκι. Έχουμε γεμίσει ξέφτια ονείρων,δεν το βλέπετε; Εκπαιδευτήκαμε να ονειρευόμαστε πιο πολλά απ’ όσα θα μπορούσαμε ποτέ να κάνουμε. Κι αυτό είναι πάντα το σφάλμα της νεότητας. Για αυτό πυροβολήστε τους νέους- αν πρέπει σώνει και καλά να το κάνετε-, όχι για τη δειλία και την οκνηρία που πάντα έχετε πρόχειρα ως μομφή απέναντι μας.

 

Κι όσο για αντίδραση, ποιος σας είπε πως στο μικρόκοσμο μας δεν αντιδρούμε;.Εγώ σκορπάω τα φυλλάδια άτσαλα χωρίς ενδιαφέρον, κι ούτε σκύβω να μαζέψω κάποια που μου πεσαν κατά λάθος. Κι είμαι σίγουρη πως η Ζωή ρίχνει καφέ σε καμιά παραγγελία -κατά λάθος- και κάποια πελάτισσα ξεμένει χωρίς κρέμα. Κι ο Μάνος όλο και θα κάνει καμιά λάθος καταμέτρηση στα πατατάκια, κι όλο και κάποια Coca-cola θα του πέφτει -κατά λάθος- από το χέρι.

 

Κι όλα αυτά μέχρι το μυαλό μας να καταλάβει, αυτό που το σώμα καταλαβαίνει χωρίς εκπαίδευση. Την αντίδραση. Κι όταν αυτές οι αντιδράσεις συντονιστούν, τότε θα γίνει η ανατροπή.

 

Και τότε η κοινωνία θα πρέπει είτε να διογκωθεί για να φανεί αντάξια του ξεχειλωμένου κουστουμιού που της ράψανε τα απείθαρχα όνειρα μας, ή να ξαναφέρει στη μόδα τα φαρδιά. Ας επιλέξει.

εικονα δρομου