Η Μάρα Δαρμουσλή στα Pints για την παράσταση «Λευτεριά στη Μήδεια»

Πρωταγωνιστείς στην παράσταση «Λευτεριά στη Μήδεια» στο θέατρο Olvio…

«Συναγωνίζομαι» προτιμώ και όχι «πρωταγωνιστώ»…

Συναγωνίζεσαι, επομένως. «Λευτεριά στη Μήδεια», λοιπόν. «Λευτεριά» γιατί;

«Λευτεριά»… Μέσα από τις πρόβες, με αυτά τα υπέροχα παιδιά, με την Αθηνά Αλεξοπούλου, το Χάρη Μπόσσινα και το Νικόλα Μαυρούδη, μέσα από μία συζήτηση έμαθα κάτι το οποίο θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: τον ορισμό της ελευθερίας. Θα μου πεις «Δεν το ήξερες;», αλλά όχι, δεν το ήξερα. Γνωρίζω ότι το μπλε είναι το αγαπημένο χρώμα των κουνουπιών αλλά αυτό δεν το ήξερα. Δεν ήξερα ότι ελευθερία σημαίνει πως πηγαίνω εκεί που αγαπώ. «Λευτεριά στη Μήδεια»… Γιατί λευτεριά μόνο στη Μήδεια να σου πω καλύτερα. Γιατί από κάπου πρέπει να αρχίσουμε. Και η Μήδεια είναι μια αφορμή αυτή τη στιγμή που μιλάμε για το ποιος είναι Έλληνας τελικά, ποιος δεν είναι, ποιος είναι ο ξένος…

Η υπόθεση μάς μεταφέρει κάπου στο μέλλον ή σ’ ένα φουτουριστικό παρόν, έχοντας ως υπόβαθρο μια Ελλάδα που ασφυκτιά μέσα σ’ ένα αυταρχικό καθεστώς. Νομίζω οι ομοιότητες με την παρούσα κατάσταση στη χώρα μας είναι προφανείς, σωστά;

Να μιλήσουμε καλύτερα για τους κύκλους που γίνονται ανά τακτά διαστήματα στην ιστορία των ανθρώπων. Δυστυχώς τόσα χρόνια σε αυτό τον κόσμο κι ένα καινούριο κεφάλαιο δε γράψαμε. Επαναλαμβανόμεθα. Σκεφτόμασταν, πραγματικά, μετά την παράσταση που τελείωσε το προηγούμενο Σάββατο, υπήρξε άραγε μία γενιά που να μην πέρασε δύσκολα; Υπήρξε μία; Σε πλήρη ευμάρεια, σε πλήρη προσφορά και άνεση κι απόλαυση; Και, τελικά, αυτό το θέλουμε;

Άρα, έχει και πολλά ερωτηματικά αυτή η παράσταση…

Κυρίως τα ερωτηματικά με ενδιαφέρουν, προσωπικά εμένα. Οι απαντήσεις δεν οδηγούν πουθενά, είναι ένα τέλμα, ένας τοίχος. Το θέμα είναι να θέτουμε ερωτήσεις κι από εκεί και πέρα ανοίγονται άλλοι ορίζοντες.

Παρόλη τη συγκυρία, ο σκηνοθέτης που θέλει ν’ ανεβάσει τη Μήδεια τα καταφέρνει, αν και μ’ ένα σουρεάλ τρόπο. Πιστεύεις πως η τέχνη βρίσκει και θα βρίσκει τον τρόπο να εκφραστεί και να εκφράσει τον κόσμο ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς;

Είναι μία δύσκολη ερώτηση γιατί προϋποθέτει έναν καθορισμό της τέχνης. Εγώ δεν μπορώ ούτε από «μυρωδιά» να θέσω όρια σ’ αυτό το κεφάλαιο γιατί πρόκειται για μεγάλο κεφάλαιο. Από εκεί και πέρα, πράττουμε σύμφωνα με τις ανάγκες μας και μ’ αυτά που επιθυμούμε. Δεν έχει να κάνει με το σύμπαν. Θα σου πω μια ωραία και γρήγορη ιστορία. Κάποιοι άνθρωποι βρήκαν ένα μυστικό χάρτη κι ο χάρτης αυτός οδηγούσε σε μια σπηλιά. Σε αυτή τη σπηλιά μπορούσε ο καθένας να πραγματοποιήσει τις βαθύτερες επιθυμίες του. Εκεί πήγαν όλοι για να γίνουν πλούσιοι και μόνο αυτό δε συνέβη. Οπότε, ό,τι κάνουμε το κάνουμε γιατί αυτό πραγματικά επιθυμούμε, ανεξάρτητα αν το παραδεχόμαστε ή όχι. Επομένως, το αν θα υπάρχει τέχνη και αν θα βρίσκει τρόπο, έχει να κάνει με την ανάγκη. Ανάλογα με το πόσο μεγάλη ανάγκη είναι. Και όχι με την υποκειμενική πλευρά του πράγματος, αλλά με την ενεργειακή. Η τέχνη υπάρχει όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο, για μία ισορροπία. Συμπληρώνει κενά, αλλάζει για να ξαναλλάξει, μεταλλάσσεται, καπελώνει, επιβάλλεται.

Θες να μου πεις δυο λόγια για το χαρακτήρα που υποδύεσαι;

Με τα παιδιά δεν είχαμε ξανασυνεργαστεί, αν κι εκείνα γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ο συνδετικός μας κρίκος ήταν ο Κώστας Φιλίππογλου, ο σκηνοθέτης της παράστασης, σε συνεργασία με την καλλιτεχνική επιμελήτρια, τη Φρόσω Κορρού. Εξαιρετικοί άνθρωποι, οι οποίοι ήταν και δάσκαλοί μου πέρσι. Όταν ο Κώστας μου έδωσε το κείμενο μου είπε «Κοίταξε αυτό το ρόλο, σε βλέπω». Μετά η Φρόσω με ρώτησε αν διάβασα το έργο, της είπα πως ναι και με ρώτησε γιατί θέλω να το κάνω. Και της είπα πως αυτά που λέει ο χαρακτήρας αυτός τα έχω πει, τα έχω σκεφτεί κι επίσης σε μεγάλο ποσοστό με ιντρίγκαρε το όνομα. Το όνομα του χαρακτήρα μου είναι «Μίλα», το οποίο είναι και σαν προσταγή: μίλα, βγάλ’ το.

Θεωρείς πως αυτό που λες τώρα είναι μια ανάγκη της κοινωνίας που δεν καλύπτεται;

Και προσωπική μου και όχι μόνο. Και δεν καλύπτεται για πολλούς λόγους. Σκεφτόμαστε, αμφιβάλλουμε, δεν είμαστε σίγουροι, δεν παίρνουμε θέση. Φοβόμαστε. Και δεν είναι τυχαίο που στην ελληνική γλώσσα το αποτέλεσμα του «μίλα» είναι ο λόγος. Αλλά ο πόρος είναι να έχεις λόγο να μιλήσεις. Η Μίλα, λοιπόν, στην παράσταση αυτή θα τον βρει το λόγο της. Έστω, τουλάχιστον, μια ευκαιρία. Όταν πλέον φτάσει στο ως εδώ και μη παρέκει. Η Μίλα θέλει να μείνει στην Ελλάδα και δεν της το επιτρέπουν, σε αντίθεση με την άλλη κοπέλα η οποία θέλει να φύγει και δεν της το επιτρέπουν.

Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για μια παράσταση με αρκετούς συμβολισμούς. Η πρωταγωνίστρια είναι έγκυος αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνει φανερό γιατί στο συγκεκριμένο καθεστώς απαγορεύονται οι ανύπαντρες μητέρες, ενώ πρόκειται να υποδυθεί τη Μήδεια, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, κατά πολλούς σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης…

Δεν πρόκειται ακριβώς για συμβολισμό, περισσότερο για αλληγορία. Προτιμώ την αλληγορία, γιατί από τη στιγμή που υπάρχει σύμβολο είναι και καταδικασμένο να πεθάνει κι από κει κι έπειτα είναι και το τέλος της επανάστασης, αυλαία. Η Μήδεια είναι μεγάλο κεφάλαιο γιατί όλοι της έχουν βάλει μια ταμπέλα, μια γυναίκα η οποία την απάτησε ο άντρας της, δεν μπόρεσε να το δεχτεί και σκότωσε τα παιδιά της. Δεν είναι μόνο αυτό. Ένα μεγάλο κομμάτι στη Μήδεια λέει «Ήρθα για σένα, παράτησα πατρίδα, επαναστάτησα σε όλο αυτό που άφησα πίσω και το οποίο ήμουν εγώ και ήρθα εδώ και δεν έχω πατρίδα, δεν έχω σπίτι, δεν έχω οικογένεια για να ακολουθήσω αυτό που αγάπησα και πίστεψα και δεν έχω άλλο δρόμο, δεν έχω διέξοδο». Κρίνουμε τους πάντες από το αποτέλεσμα και από την πράξη τους αλλά λιγάκι δεν αναρωτιόμαστε και το γιατί. Γιατί έφτασε ως εδώ, να κλέψει; Ή, πιθανόν να σκοτώσει; Γιατί, είδαμε ποτέ νεκρά παιδιά; Έχουμε μία τάση να χαρακτηρίζουμε τα πράγματα για να μπορούμε να τα κατανοήσουμε καλύτερα, με βάση αυτά που ξέρουμε. Είναι πολλά τα θέματα, όπως καταλαβαίνεις, και δύσκολο να τ’ αγγίξεις όλα μαζί σε 72 λεπτά.

Ο θεατής φτάνει στην «κάθαρση» στο τέλος της παράστασης, από αυτά που έχεις δει όσο παίζεται το έργο;

Δε μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της κάθαρσης. Αναρωτιόμασταν κι εμείς αν υπάρχει λύση σε αυτό το θέμα. Καταρχάς, υπάρχουν τέσσερις χαρακτήρες εκεί πάνω, οπότε ο καθένας ταυτίζεται και με αυτόν που θέλει. Άρα, είναι διαφορετική και η «κάθαρση» του καθενός. Επομένως, έχουμε τέσσερις δυνατές επιλογές, σα multiple choices, έτσι μας έχουν μάθει τελευταία.

Εσείς, ως ηθοποιοί, όταν είστε πάνω στη σκηνή και φτάνει η ώρα του χειροκροτήματος, τι εισπράττετε από τους θεατές; 

Εμείς κάνουμε και κάτι άλλο σε αυτή την παράσταση, χωρίς να είναι καινοτόμο. Σπάμε νωρίς τον τοίχο, απευθυνόμαστε άμεσα. Είναι η λεγόμενη «παράβαση», υπήρχε και στο αρχαίο θέατρο, απλώς είναι διαφορετικά τα μεγέθη όταν είναι στο αρχαίο θέατρο. Στη διάρκεια της παράστασης, βλέπεις μάτια, βλέπεις αντίδραση, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή: «συμφωνώ», «δεν καταλαβαίνω τι μου λες», «δεμ’ ενδιαφέρει αυτό που μου λες»…

Έχεις δει δηλαδή και το «δε μ’ ενδιαφέρει τι μου λες»;

Φυσικά και το έχω δει και καλό είναι να υπάρχει και αυτό.

Δε σε στενοχωρεί αυτό; Δεν το παίρνεις έστω και λίγο προσωπικά; Όχι μόνο εσύ, και οι συνάδελφοί σου.

Η διαφορά του θεάτρου σε σχέση με την τηλεόραση και τον κινηματογράφο είναι πως τη στιγμή της παράστασης χτίζεται μια σχέση. Μπορούν να προκύψουν τα πάντα, όλα είναι στον αέρα. Κι αν εκείνη τη στιγμή λάβω από εσένα μιαν απόρριψη, θα τη βάλω μέσα μου αλλά το πώς θα βγει εξαρτάται από το πώς θα βρει κι εμένα. Δε βγαίνει κάθε φορά το ίδιο. Κι αυτό έλεγα και στα υπόλοιπα παιδιά που έχουν πολλή περισσότερη θεατρική εμπειρία από εμένα, πως για μένα η κάθε παράσταση είναι κάτι καινούριο, καμιά φορά δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Ναι μεν έχει κάποιες χοντρές νησίδες, αλλά κάθε φορά είναι κάτι άλλο. Αλλά ευχαριστώ πολύ το Χάρη Μπόσσινα γιατί μου έδωσε ένα εξαιρετικό κείμενο, το οποίο σε κάποια στιγμή τελειώνει με τη φράση «Έχει δίκιο η Αθηνά, βοηθάει να σας μιλάω».

Τόση πολλή ανάγκη για επικοινωνία, λοιπόν;

Ναι… Και μόνο άμα ανοίξει αυτό το πηγάδι καταλαβαίνεις την ανάγκη, μόνο έτσι. Έχουμε βάλει πολλά φράγματα σε όλα.

Να σε ρωτήσω κάτι σχετικά με το ρόλο του θεάτρου εν γένει, αν και μου το απάντησες μερικώς πριν. Θεωρείς πως πρέπει να αφυπνίζει με κάποιο τρόπο, να βοηθά το κοινό να «ξεχνιέται» έστω και για λίγο; Όλα μαζί ίσως;

Ο ρόλος του θεάτρου είναι κάτι πολύ ζωντανό κι επειδή ακριβώς ζωντανοί άνθρωποι τη μια στιγμή το φτιάχνουν και την επόμενη το χαλάνε κι αυτή είναι η μεγάλη του διαφορά από οποιαδήποτε άλλη μορφή τέχνης στην οποία κάτι μένει, ο καθένας φέρει, λοιπόν, τη δική του ανάγκη και τη δική του επιθυμία. Το τι είναι θέατρο είναι τελείως προσωπικό για τον καθένα και καθόλου κατακριτέο. Άλλοι θα έχουν ανάγκη την προσωπική τους προβολή ή καταξίωση, άλλοι θα έχουν ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για να μιλήσουν. Δε θέλω να σου απαντήσω με κλισέ. Κι ο Μπρεχτ υποτίθεται μιλούσε τη γλώσσα που μιλούσε σε αυτούς που μιλούσε αλλά όταν τον ρωτούσαν πώς μπορεί να κάνει τελικά θέατρο με θεατές τους μεγαλοβιομηχάνους, απαντούσε πως μόνο αυτοί έχουν εισιτήριο να πληρώσουν. Οπότε, θα σου πω τη δική μου εκδοχή. Εγώ το θέατρο το ξεκίνησα σε μεγάλη ηλικία, ξεκίνησα τις σπουδές μου στα 26. Κι όπως λέω και στο κείμενο, αλήθεια ποτέ δε σκέφτηκα να γίνω ηθοποιός. Κι αυτό εδώ είναι ένας σταθμός, δε θα είμαι ηθοποιός για πάντα. Το άρχισα αργά, άρα δεν ήταν παιδικό όνειρο. Η πιο ειλικρινής απάντηση που έδινα μικρή στο τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, κι ας εκτεθώ τώρα, ήταν σοφή. Σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω τι εννοούσα και προφανώς όχι το να βγάλω μούσια και να αράζω στην κουφάλα ενός δέντρου, αλλά να μπορώ να έχω την κατάλληλη ιστορία για την κατάλληλη στιγμή. Επομένως, εξερευνώ τρόπους για να μπορώ να μεταδώσω τις ιστορίες μου. Γι’ αυτό το θέατρο είναι ένας σταθμός, βασικά μαθαίνω το εργαλείο.

Κλείνοντας, θα σου κάνω μια ερώτηση που αφήνω πάντα για το τέλος. Τι θα μπορούσα να σου ευχηθώ ιδανικά στο τέλος αυτής της συνάντησης;

Εις το επανιδείν, να μου ευχηθείς!

Αυτό το εύχομαι ολόψυχα και με μεγάλη μου τιμή και χαρά! Σ’ ευχαριστώ πολύ!

Εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ!