Δημοσιογράφος; Απών.

23 Φεβρουαρίου 1966. Η Ελληνική κρατική τηλεόραση ανοίγει την αυλαία της. Παρουσιάστρια η Ελένη Κυπραίου με συντονιστή τον ρεπόρτερ, Γεώργιο Κάρτερ. Τα χρόνια πέρασαν. Οι καιροί δεν είναι πια οι ίδιοι. Οι άνθρωποι άδραξαν την ευκαιρία της τεχνολογίας και δημιούργησαν τη σύγχρονη μορφή της δημοσιογραφίας, όπως αυτή έχει καταστεί σήμερα. Η έννοια της στο πέρασμα του χρόνου μεταμορφώθηκε πολλάκις. Πιστή κι αυτή ακόλουθος στις καινοτομίες δεν θα μπορούσε παρά να μην παρασυρθεί από το ρεύμα της κάθε εποχής.

Τολμώ να το πω. Η ελληνική δημοσιογραφία έχει κάνει λάθη. Δεν προϊδέασε για την κρίση, δεν “έδωσε” ποτέ τους υπαίτιους και κυρίως δεν ξερίζωσε ποτέ από πάνω της το βάρος των εκδοτικών συμφερόντων που πάντα θα την επισκιάζουν. Αυτή την ώρα το τίμημα είναι μπροστά μας. Σε κάθε μέσο, σε κάθε χώρο εργασίας που θα στέλνουμε το βιογραφικό μας. Η απογοήτευση θεριεύει. Χιλιάδες χαμένες θέσεις εργασίας για τους μεγαλύτερους, εκατοντάδες όνειρα που ματαιώθηκαν για τους νεότερους, κλειστά ραδιόφωνα και φιμωμένα για τα καλά κανάλια, η αξιοπρέπεια στο τέλμα της. Έχετε συνειδητοποιήσει πως ένα post στο facebook, ένα tweet στο twitter τυγχάνουν μεγαλύτερης ανταπόκρισης απ’ ότι ένα κείμενο σε Κυριακάτικη εφημερίδα; Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Οφείλω να παραδεχτώ και τούτο. Δεν είναι λίγες φορές που σε παρέες έχω βρεθεί εν μέσω πυρών να υπερασπίζομαι την έννοια της δημοσιογραφίας. Λάθος. Εν μέρει. Προσπαθώ να πείσω άτομα λογικά σκεπτόμενα τι; Ότι οι περισσότεροι τουλάχιστον επαγγελματίες του χώρου δεν είναι φερέφωνα συμφερόντων; Ότι η δημοσιογραφία στην πραγματικότητα δεν είναι αυτά που διαβάζουν; Μα πώς; Αφού τα διαβάζουν. Πρόσφατα κάποιος μου είπε πως οι δημοσιογράφοι είναι απλά υπάλληλοι. Υπάλληλοι με την κακή έννοια του όρου. Υπάλληλοι του εκάστοτε εκδότη. Όσοι έχουν βιώσει τα πράγματα εκ των έσω κατανοούν καλύτερα. Η Χούντα των media υφίσταται, είναι γεγονός και μόνο μπροστά δεν μας πάει. Δέκα λεπτά αναλύσεων από τις τηλεπερσόνες του σήμερα και τα μυαλά πάνε προς τα εκεί που θέλουν οι καναλάρχες. Είμαστε μέρος του προβλήματος. “Ξέρετε γιατί συνεχίζω να ασκώ αυτό το επάγγελμα; Γιατί είμαι διεφθαρμένος”, άκουσα να λέει κάποτε ένας καλά “ψημένος” άνθρωπος του χώρου. Δεν θέλω να παρομοιάσω τη δημοσιογραφία με την πολιτική. Δεν θέλω να πιστέψω πως μιλάμε για το ίδιο μέγεθος διαφθοράς.

Το άσχημο είναι πως η ελληνική δημοσιογραφία συνάντησε πολλές σειρήνες στο διάβα της. Σειρήνες τις οποίες δεν κατάφερε να αποφύγει. Βαθιά κομματικοποίηση, υπερ-εμπορευματοποίηση και το χειρότερο απουσία αξιοπιστίας, η οποία θυσιάστηκε για χάρη μιας εφήμερης επιτυχίας από την οποία παρασύρθηκαν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης τα τελευταία κυρίως χρόνια. Η κρίση των media είναι παντού, πώς γίνεται να μην τη βλέπουν; Οι πωλήσεις των εφημερίδων πέφτουν μέρα με τη μέρα, οι θεαματικότητες των καναλιών επίσης φθίνουν, τα άλλοθι για το φαινόμενο είναι αστεία. Τα κεφάλαια των επιχειρήσεων των ΜΜΕ ακόμα και των μεγάλων έχουν αφανισθεί, ενώ το κίνημα “δεν πληρώνω” από την πλευρά των εργοδοτών έχει γίνει πια συνήθεια και τα θύματα δεν αντιδρούν. Κάνουν υπομονή, κοπιάζουν, συνεχίζουν, με το φόβο πως δεν μπορούν να χτυπήσουν άλλη πόρτα.

Mε λίγα λόγια ο χώρος των μέσων βιώνει βαθιά κρίση, μόνο που δεν τολμά να το πει κανείς. Κρίση όχι μόνο οικονομική, αλλά και αυτή των αξιών, αυτή της αξιοπιστίας. Δες την αλήθεια κατάματα. Aν θέλουμε να βρούμε τον υπεύθυνο για την κατάρα της ελληνικής ενημέρωσης πρέπει να δείξουμε με το δάχτυλο όλους εκείνους που την εκμεταλλεύτηκαν και υποβάθμισαν τον πραγματικό της ρόλο. Οι επιχειρήσεις έχουν γίνει μοχλός είτε πολιτικών είτε οικονομικών συμφερόντων. Πες τες κάτι σαν εργαλεία για τους δημοσιοσχεσίτες έτσι ώστε να πλουτίζουν τα εκάστοτε αφεντικά. Ο κατακερματισμός του Τύπου έφερε την έλλειψη αντικειμενικότητας και της σφαιρικής πληροφόρησης. Όλα στο βωμό του χρήματος, χάνουν την αξία τους, την τσίπα τους.

Όταν οι εκδότες συνειδητοποιήσουν ότι οι εφημερίδες δεν είναι το μέσο για την εξυπηρέτηση πολιτικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων κι οι δημοσιογράφοι ότι πρέπει να πουλούν την πραγματική υπόσταση του κόσμου, τότε ο τροχός ίσως να γυρίσει. Ειδάλλως η φούσκα θα σκάσει. Αργά και βασανιστικά ή γρήγορα και ακαριαία. Αναγνώστες στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί. Η διαφορά είναι πως πλέον έχουν την ικανότητα αλλά και την ευκαιρία της κριτικής, μέσω των εναλλακτικών πηγών πληροφόρησης που κατά βάση προσφέρει το διαδίκτυο. Είναι μοιραίο οι δημοσιογράφοι να παραδίνονται στα πάθη της ιδιοτέλειας, της ματαιοδοξίας και των συμφερόντων με νου ή χωρίς νου, θα σκεφτώ. Η ελεύθερη, αμερόληπτη δημοσιογραφία είναι μια σκέψη ουτοπική, θα προσθέσω χαζεύοντας τις τελευταίες γραμμές του κειμένου.

Συνεχίζω να χαζεύω ψάχνοντας τον κατάλληλο τρόπο για να κλείσω. Ποιος νοιάζεται; “Από τότε που ξεχάσαμε να χαζεύουμε, ξεχάσαμε να ονειρευόμαστε”, είχε γράψει κάποτε ο Ουμπέρτο Έκο σε δοκίμιο του. Έτσι και θα κλείσω. Ως αναγνώστης και ως ένας μικρός δημοσιογράφος δεν θα πάψω να ονειρεύομαι.

*p.s Κι όλοι εσείς που ισοπεδώσατε τα πάντα για χάριν του χρήματος και της δόξας, ας είστε καλά! Μας δίνετε τροφή για σκέψη. Η δημοσιογραφία πάντα θα είναι ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ για εμάς.