Λίγο πριν φύγει το ’13…

Παραμονή Πρωτοχρονιάς στην πρωτεύουσα. Το κέντρο της πόλης πλημμυρισμένο από καθαρά, αστραφτερά πρόσωπα. Τα κάλαντα ηχούν σε κάθε γωνιά, οι πλανόδιοι αγιοβασίληδες σκορπάν’ τη χαρά στα παιδιά που ζωντανεύουν το δρόμο. Σπρώχνω, με σπρώχνουν, φυσώ και ξεφυσώ προκειμένου να ξεγλιστρήσω από την οχλαγωγία και να φτάσω στον προορισμό μου. Ο κόσμος πολύς.

Τώρα που το σκέφτομαι, καλύτερα. Έτσι ξεχνιέμαι χάνω το μέτρημα, το μέτρημα των καταστημάτων εκείνων που έβαλαν λουκέτο λόγω της κρίσης. Όχι ότι σ’ αυτά που έχουν απομείνει, η κατάσταση είναι καλύτερη. Αν και στο πικ των γιορτών, οι περαστικοί πια δεν ψωνίζουν, λες και βγήκαν μονάχα για περατζάδα. Οι καταστηματάρχες κοιτούν τον κόσμο, ο κόσμος τους κοιτά αλλά στην πραγματικότητα η σχέση παγώνει πριν την επαφή.

Η βιασύνη μου είναι μεγάλη. Πρέπει να κάνω τα ψώνια της μέρας και να ευχαριστήσω όλους όσους βρεθούν σήμερα στο γιορτινό τραπέζι. Καθώς περπατώ, πέφτω πάνω σε μια γιορτή πρωτόγνωρη. Πρέπει να καταγραφεί, σκέφτομαι. Κρίμα να μην έχω τη φωτογραφική μαζί. Φιέστα με άρωμα Βαλκανίων με τα όλα της και μάλιστα μέρα μεσημέρι. Σαν να μην έχει σημασία τι μουσική σου αρέσει, αν ξέρεις να χορεύεις, από που κρατά η σκούφια σου.

Το πάθος, η αλληλεγγύη σου αρκούν για να σε κάνουν να ριχτείς με το είναι σου σ’ αυτό τον ξέφρενο χορό. Και ξάφνου όλοι μια παρέα. Όλοι, έστω και προσωρινά, δίνουν τα χέρια και ανταλλάζουν ευχές. ΤΑΠΕΙΝΑ και ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΩΣ προσφέρουν αγάπη και ανθρώπινα συναισθήματα. Πώς έγινε και ξέχασαν όλοι την κρίση κι η ανθρώπινη, αληθινή τους φύση βγήκε στην επιφάνεια και έβαλε στην άκρη τον καχύποπτο, ματαιόδοξο εαυτό της καθημερινότητας; Μεγαλείο.

Πρέπει να το ζήσεις για να το πιστέψεις, σου λέω. Όλοι μια αγκαλιά. Διαφορετικοί άνθρωποι, ίδια ανάγκη και ένστικτο. Αυτή η γνήσια, διαχρονική ευλογία που καμιά φορά κάνει την εμφάνιση της μ’ έκανε στα σταθώ στο πλάι παρατηρώντας αισιόδοξη. Και κάπου εκεί σαν να μου φάνηκε πως όλοι εκείνοι ένωναν με μεγαλύτερη δύναμη τις φωνές τους, σφύριζαν ακόμα πιο δυνατά πίσω από την ηχώ της μουσικής. Σαν να ήθελαν να ξεφορτωθούν μονομιάς όλα τα βάσανά τους, αυτά που τους έτρωγαν. Όλοι μας κουβαλάμε τα δικά μας. Κάποιοι μπορούν και ξαποσταίνουν, άλλοι πάλι καθόλου. Κάποιοι μπορούν και τα βαστούν, άλλους τους ισοπεδώνουν.

Το κείμενο γράφεται λίγο πριν το 2013 κλείσει την αυλαία του… Οι ανασκοπήσεις δεν είναι το φόρτε μου. Τη χρονιά όμως που πέρασε τη θυμάμαι. Πρέπει να τη θυμάμαι. Σκέφτομαι πόσες ήταν οι φορές που στάθηκα δίπλα σε δικό μου άνθρωπο ακούγοντας τον. Πόσες φορές ένιωσα αδύναμη να διαχειριστώ τα δικά μου φορτία, θέλοντας να βάλω τέλος σε ό,τι δεν κατέχω. Τις άλλες τόσες που αγκάλιασα και με αγκάλιασαν σιωπηρά, μη εκκωφαντικά. Για μια απουσία. Στη ζωή, στη σχέση, στη δουλειά, στην ελπίδα. Όλες εκείνες που γέλασα μέχρι δακρύων με άτομα αληθινά και λιγότερο αληθινά. Αλλά και εκείνες που έκλαψα για αυτό που ήρθε ή αυτό που έφυγε. Δεν πιστεύουμε πια στα μαγικά οι μεγάλοι. Ούτε χωράν’ ντροπές σε τέτοιους καιρούς. Αν δεν το πεις, δεν ρισκάρεις να εκτεθείς και να βγάλεις τον καλά κρυμμένο εαυτό σου, αν διστάσεις να δώσεις και να δοθείς, άσπρη μέρα δεν θα δεις. Δες το σαν πρόκληση. Τόλμα. Από πείσμα. Η νέα χρονιά είναι η ευκαιρία σου.

Καλή Χρονιά με υγεία, αλληλεγγύη και αληθινή, ανιδιοτελή αγάπη σε όλους!