Λίγες σκέψεις περί μετανάστευσης

Στο κατώφλι του 2014, ένα από τα σημαντικότερα θέματα που μας απασχολούν και εγείρουν συζητήσεις επί συζητήσεων, διαφωνίες, συγκρούσεις και δημιουργούν έριδες, είναι το ζήτημα της μετανάστευσης. Από την πιο απλή παρέα, μέχρι και το Συμβούλιο της Ευρώπης, η συζήτηση περί μετανάστευσης είναι ένα φλέγον θέμα, το οποίο απαιτεί την προσοχή μας. Δικαίως φυσικά, διότι δεν έχει να κάνει μόνο με τους ίδιους τους μετανάστες, αλλά και με τους πολίτες μιας χώρας. Εν προκειμένω, με εμάς τους ίδιους.

Η αλήθεια είναι ότι είμαστε κυρίως χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα. Είμαστε οι υπέρ των μεταναστών και είμαστε και οι κατά των μεταναστών. Έχουμε ορίσει λοιπόν ότι ανήκουμε σε ομάδες. Δεν ξέρουμε γιατί, δεν ξέρουμε πως, δεν μας ενδιαφέρει και πολύ. Αρεσκόμαστε τον τελευταίο καιρό να ανήκουμε κάπου, να είμαστε ομαδοποιημένοι, σαν πίνακας στατιστικής. Θεωρίες των δύο άκρων, μεταναστευτικό, μνημονιακοί και αντι-μνημονιακοί. Αυτό που ίσως δεν καταλαβαίνουμε, πάνω στην φρενίτιδα του ανήκειν κάπου, είναι ότι πάνω στις πλάτες μας και στην μανία μας να ανήκουμε κάπου, πατάνε πολλές πολίτικες και δημόσιες πρακτικές. Επίσης, χάνουμε λίγο και την ουσία. Η οποία, απ’ ότι θυμάμαι, αν μπορώ να θυμηθώ, είναι η σκέψη, η κριτική σκέψη, η αναζήτηση της αλήθειας, η διαμόρφωση της προσωπικής άποψης, η δικαιοσύνη, το κράτος δικαίου. Για ποιόν όμως;

Πρόσφατα, ο Θάνος Πλεύρης, στενός συνεργάτης του Υπουργού Υγείας Άδωνη Γεωργιάδη, σε εκδήλωση του εθνικιστικού περιοδικού PATRIA μίλησε για το μεταναστευτικό. Και όταν λέω πρόσφατα, εννοώ περίπου 2 χρόνια πριν. Το θέμα είναι τι είπε. Υποστήριξε, λίγο-πολύ ότι η φύλαξη των συνόρων απαιτεί βία, απαιτεί το θάνατο αυτών που εισέρχονται παράνομα στη χώρα, όσο ακόμα βρίσκονται στα σύνορα. Δηλαδή, όποιος προσπαθήσει να μπει στη χώρα παράνομα, να εκτελείται εν ψυχρώ. Γυναίκες, παιδιά, νέοι, γέροι. Όλοι. Ακόμα και αυτοί, των οποίων οι χώρες γίνονται παρανάλωμα του πυρός, όπως για παράδειγμα η Συρία. Δεν έχει σημασία, φυσικά, το γεγονός ότι έχει βάλει το χεράκι της και η δύση, ώστε να γίνει τόσο έκρυθμη η κατάσταση. Δεν έχει σημασία το γεγονός, ότι εμείς σαν Ελλάδα-μέλος του ΝΑΤΟ μπήκαμε σαν “ειρηνευτική” δύναμη σε μια χώρα, σε μια περιοχή της Ασίας (Αφγανιστάν, Ιράκ, κλπ) την οποία σας βάζω και στοίχημα ότι αν βγείτε τώρα και ρωτήσετε στο δρόμο, δεν θα ξέρουν οι μισοί κατά που πέφτει. Κυρίως δεν θα ξέρουν, για ποιον ακριβώς λόγο βρέθηκε στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας εκεί. Αλήθεια, γιατί;

Πολλά τα ερωτήματα, πολλές και οι πρακτικές των επίσημων παραγόντων. Frontex. Ένα σύστημα για την καλύτερη φύλαξη των συνόρων. Ένα σύστημα, μέσα από το οποίο θα εκπαιδεύονται καλύτερα οι συνοριοφύλακες για να προστατεύουν τα σύνορα των κρατών και να καταπολεμούν αποτελεσματικότερα την παράνομη είσοδο μεταναστών. Για να παλεύουν με εξελιγμένα μέσα και τεχνικές το διασυνοριακό έγκλημα, όπως το trafficking, το εμπόριο παιδιών, οργάνων, ανθρώπων, λαθραίων εμπορευμάτων, ναρκωτικών. Στήσαμε φράχτες 12,5 χιλιομέτρων στα χερσαία σύνορα με την Τουρκία, ώστε να κόψουμε την λαθραία είσοδο ανθρώπων από την Τουρκία, ενισχύουμε τα θαλάσσια σύνορά μας. Κάνουμε ότι μπορούμε. Γιατί δεν πάει άλλο. Αυτή η χώρα πόσους να αντέξει;

Πόσους αλήθεια; Τόσους, όσους έχουμε κλεισμένους σε Αμυγδαλέζες; Τόσους, όσους μας στέλνουν με τσάρτερ οι βόρειοι εταίροι μας και τους στοιβάζουν στη χώρα εισόδου; Δηλαδή, στην πλειοψηφία, στην Ελλάδα; Αλήθεια, έχει πλαφόν το Δουβλίνο ΙΙ; Όχι, όσους θέλουν μας στέλνουν, γιατί σύμφωνα με το περίφημο Δουβλίνο ΙΙ οι χώρες, που πιάνουν παράνομους μετανάστες, έχουν το δικαίωμα να τους στείλουν άμεσα στην χώρα εισόδου τους, η οποία στην συντριπτική πλειοψηφία, είναι η Ελλάδα. Το Δουβλίνο ΙΙ έχει συμφωνηθεί και έχει υπογραφεί, ώστε να ξεφορτώνεται η Ευρώπη ανθρώπους, τους οποίους δεν θέλει. Ναι, να ξεφορτώνεται ανθρώπους. Αλήθεια, τι να πούμε; Και πότε να τα πούμε;

Μήπως όλα τα πούμε τώρα, το 2014, όταν η Ελλάδα θα προεδρεύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει σκοπό να θέσει επί τάπητος τα “θέματα ανθρώπινης κινητικότητας μέσω μιας Ευρώπης, ανοιχτής και ασφαλούς στην υπηρεσία των πολιτών της” όπως δημοσιεύει στην επίσημη ιστοσελίδα το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, όταν στο άρθρο του μιλάει και για το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης; Το οποίο προβλέπει και μια Ευρώπη που προστατεύει και τους πολίτες από το διασυνοριακό έγκλημα, αλλά θεσπίζει και “μια ολοκληρωμένη και ευέλικτη μεταναστευτική πολιτική”; Η πολιτική αυτή θα πρέπει να επικεντρώνεται στην αλληλεγγύη και την υπευθυνότητα, και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τόσο των χωρών της ΕΕ όσο και των μεταναστών. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της αγοράς εργασίας των χωρών της ΕΕ, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τη διαρροή εγκεφάλων από τρίτες χώρες. Πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή δυναμικές πολιτικές ένταξης οι οποίες εξασφαλίζουν τα δικαιώματα των μεταναστών. Επιπλέον, μια κοινή μεταναστευτική πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει μια αποτελεσματική και βιώσιμη πολιτική επιστροφής, ενώ θα πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την πρόληψη, τον έλεγχο και την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης.” Αυτή η συνθήκη όμως δεν έρχεται σε σύγκρουση με το Δουβλίνο ΙΙ;

Χτίζουμε Αμυγδαλέζες, φράχτες, οχυρωνόμαστε πίσω από τα σύνορά μας και την ίδια ακριβώς στιγμή δεχόμαστε όλα τα κομβόι μεταναστών από τους εταίρους μας. Και όλα αυτά έχουν ως μοναδικά θύματα ανθρώπους. Αυτούς τους ανθρώπους, στους οποίους βάλαμε την ταμπέλα του μετανάστη, τους στοιβάξαμε σε στατιστικές μελέτες και ποσοστά, τους δέρνουμε, τους σκοτώνουμε, τους βασανίζουμε. Αλλά, για σκεφτείτε λίγο μια στιγμή. Μήπως δεν είμαστε όλοι μετανάστες; Μήπως δεν γνωρίζουμε τον ρατσισμό κι εμείς, ακόμα και στα μεγάλα Πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπου οι φοιτητές μας λοιδορούνται για τις πρακτικές και την οικονομική κατάσταση της χώρας τους; Μήπως κι εμάς δεν μας κοιτάνε πλέον σε άλλες χώρες, όπου καταφεύγουμε για να βρούμε δουλειά σαν τους “μετανάστες”;

Αρεσκόμαστε τελικά μόνο στις δικές μας ταμπέλες, αλλά είναι αστείο το πόσο γρήγορα θέλουμε να τις πετάξουμε, όταν τις βάζουν άλλοι σε εμάς. Η λύση δεν είναι εύκολη, δεν είναι μαγική. Ποτέ δεν ήταν. Στην πορεία, όμως χάσαμε την ικανότητα να σκεφτόμαστε και λίγο έξω από το κουτί. Να βλέπουμε και λίγο παραπέρα. Να συμπονούμε, να δείχνουμε αλληλεγγύη, κατανόηση, σε αυτούς που την έχουν ανάγκη. Δεν είμαστε μετανάστες, αλλά άνθρωποι, πέρα και πάνω απ’ όλα.