«Και η ειρωνεία είναι πως θα μας πουν και τζαμπατζήδες…»

Ο Γιώργος ήταν καλλιτέχνης από τους λίγους, με χέρι που τρυπούσε τις χορδές της κιθάρας και άγγιζε άπληστα την ψυχή του απέναντι. Επαναστάτης του τρύπιου πάνινου παπουτσιού -όχι του καινούριου που το σκισε από άποψη- αλλά του παλιού που σκίστηκε από τον καιρό και δεν αντικαταστάθηκε από αφραγκία ή επιλεκτική τσιγκουνιά

 

-Πάρε ρε μίζερε καινούριο. Εκπτώσεις έχει..

-Κι άμα τα στερηθώ τα φράγκα από ξύδια και καπνά; Να το ρισκάρω;

 

Κι έτσι το παπούτσι, από κακώς ιεραρχημένη ανάγκη, το κράτησε κανά 3άρι χρόνια με νύχια και με δόντια. Στα κρύα και τις ζέστες το ίδιο, αλλά δεν τον ένοιαζε, γιατί σπίτι είχε φαι σταλμένο με το ΚΤΕΛ από τη μαμά στη Λαμία, μια γκαρσονιέρα προίκα εργένικη,και τα λεφτά του εβδομαδιαίου ανεφοδιασμού, του φταναν μια χαρά για τις μικροκραιπάλες του και συντηρούσαν περίφημα το μουσικό του χούι. Δούλευε αμισθί 5 φορές τη βδομάδα σε ένα μπαράκι ενός φίλου, κι έβγαζε το ποτό κι όλο και κάποιο τυχερό θα του καθόταν κάποτε. Τυχερό απ’ όλες τις πλευρές! Στα μουλωχτά έπαιζε και υπαίθρια σε κεντρικούς πεζόδρομους, τον πήρε μάλιστα το μάτι μου μια φορά και στην Ερμού. «Αφού παίζω που παίζω σπίτι γιατί να μην παίξω και έξω; Όλο και κανένας φουριόζος που βγαίνει από το Zara θα μπερδευτεί και θα μου ακουμπήσει τα ρέστα του!»

 

Ποτέ μου δεν κατάλαβα, αν ήταν ολιγαρκής από φύση ή από ανάγκη, ξέρω, όμως πως καμιά φορά του χτυπούσε τόσο έντοντα η επιθυμία την πόρτα που ήταν ικανός να φτάσει μέχρι την πιο ακραία υποχώρηση. Να πουλάει σουτιέν και κιλοτάκια για να πάει εκείνο το ταξίδι στο Λονδίνο τα Χριστούγεννα, που τον είχε πρήξει ο κολλητός του που έμενε εκεί κανά χρόνο. «Κάθεσαι που κάθεσαι, πιέσου και λίγο,τράβα δούλεψε κανά μήνα και έλα.» Και έτσι πιέστηκε και με την κιθάρα στον ώμο για τις ώρες που βαρούσε μύγες, ξεκίνησε για το μεροκάματο.

 

-Σουτιέν ρε μαν;Και για μπουρμπουαρ τι; Ζουλάς βυζιά;

-Λέγε ο,τι θες φίλε… Εγώ τον επόμενο μήνα την κάνω για Λονδίνο. Το πάω για διεθνή καριέρα αδέσποτου μουσικού.

 

Είκοσι μέρες οχτάωρο και τα πήγαινε καλά. Κάθε που το φευγάτο του κομμάτι επαναστατούσε, εκείνος το υπνώτιζε με μουσικά κρεσέντο στα διαλείμματα, έτσι για να μην ακούει τις κοροιδευτικές του σκέψεις. Ώσπου στην εικοστή πρώτη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά βλέπει στη βιτρίνα «κατάρρευση τιμών λόγω κλεισίματος» και το αφεντικό του σκάει το παραμύθι.

 

– Υπήρξε μια προσπάθεια για ανάκαμψη, αλλά χρονικά αδυνατούμε να ανταπεξέλθουμε, είναι και 4 νοίκια που τρέχουν κι ο ιδιοκτήτης δε χαρίζει κάστανα. Έτσι, θα βγω στη σύνταξη λίγο νωρίτερα. Ευτυχώς που δεν τίθεται θέμα εξόφλησης προμηθευτών,αφού τα εμπορεύματα είναι της βιοτεχνίας μας. Οπότε δώστε μου μια παράταση για το μηνιάτικο και ως προκαταβολή θα σας πληρώσω σε είδος.

 

Ναι, όταν έλεγε είδος αναφερόταν στα εσώρουχα. Από 50 σετ εσωρούχων (κομπλέ πακεταρισμένα μέσα στη ζελατίνα τους, άθικτα, ολοκαίνουργια) τους έδωσε- στο Γιώργο και στις άλλες δυο υπαλλήλους- ο βιοτέχνης που μπορεί να φειδόταν ρευστού, αλλά στο είδος ήταν large. Κι έτσι τους έδωσε τα βρακιά στο χέρι και τους απέλυσε.

 

Το βράδυ βγαίνει να τα πιεί. Κρατάει στο χέρι την κιθάρα και στη θήκη έχει στοιβάξει τα σετ. Όταν η βραδιά φτάνει στο τέλος της, εκείνος κάνει την κίνηση να πληρώσει.

-Όπα,όπα μάγκες θα μαλώσουμε. Δικά μου. 45 ευρώ είναι; Σε κιλοτάκια και σουτιέν πόσα βγαίνουν; Πριν προλάβει να απαντήσει η σερβιτόρα, που την έπιασε στον ύπνο, ανοίγει τη θήκη κι αρχίζει να σκορπά γύρω τα πακετάκια με το σετ. Τα πετά στον αέρα μανιασμένα. Για χαβαλέ,για εκτόνωση, για τιμωρία. Στο μαγαζί γίνεται χαμός και τώρα κι οι φίλοι του που μπαίνουν στο κόλπο, αρχίζουν να σκορπούν την πραμάτεια του εσωρουχατζίδικου στους έκπληκτους πελάτες. Επικρατεί πανδαιμόνιο στο φίσκα μαγαζί, και οι φωνές των θαμώνων που παλεύουν με τα πακέτα που τους έρχονται κατακούτελα καλύπτουν την απαλη jazz μουσική. Άλλοι από αυτούς προσπαθούν να τα αποφύγουν, άλλοι από περιέργεια να δουν το αντικείμενο τους, κάνουν να τα πιάσουν.

 

Πέφτει «σύρμα» και ένα τσούρμο «υπέυθυνων» κάνει να πλησιάσει την τετραμελή παρέα για παρατήρηση και τα δέοντα περαιτέρω. Ο Γιώργος που το παίρνει πρέφα ορμά πρώτος στην έξοδο μανιάσμενος, και οι υπόλοιποι τρεις τον ακολουθούν. Τρέχουν μες στον πεζόδρομο της Ερμού σαν τρελοί, σαν κλέφτες, σαν ύποπτοι όπως και να χει, και την ταχύτητά τους μειώνουν κάτι ανεξέλεγκτα διακεκομένα γέλια. Χαλαρώνουν το ρυθμό τους μπροστά στο σταθμό του μετρό και τότε μόνο τους δίνεται η ευκαιρία να μιλήσουν.

 

«Και η ειρωνεία ξέρεις ποια είναι ρε φίλε; Πως θα μας πουν και τζαμπατζήδες…»