Πίσω από τη μάσκα

Χτες το βράδυ ονειρεύτηκα πως ήμουν πεταλούδα. Είμαι πράγματι ένας άνθρωπος που ονειρεύτηκε πως είναι πεταλούδα ή μια πεταλούδα που ονειρεύεται ότι είναι άνθρωπος; Στίχος από κινέζικο ποίημα. Κάπου το πήρε κάποτε το μάτι μου κι από τότε το κοπανάω συνέχεια. Γενικά τα παιχνίδια των λέξεων τα αγαπώ. Και τα παιχνίδια των εννοιών τα αγαπώ μα πιο πολύ τις αμφισβητήσεις. Το θυμάμαι όταν βρίσκομαι σε τόπους επικίνδυνα όμορφους. Τόσο που σε κάνουν να χάνεις τη συναίσθηση του χρόνου και του χώρου. Πού βρίσκομαι, τι κάνω, γιατί ήρθα εδώ;

Περπατώ στα στενά δρομάκια της πόλης και είμαι σίγουρη πως βρίσκομαι εκεί. Σίγουρα δεν ονειρεύομαι, αλλά είναι μια πόλη ονειρική. Kαμία διάθεση να πάρω τα μέσα. Τη χάρη όταν περπατάς στο φως, διασχίζεις τους δρόμους αφήνοντας τον εαυτό σου ελεύθερο να παρατηρεί τα χρώματα, τα πρόσωπα, τους ήχους, δεν τη συγκρίνω με τίποτα. H πόλη σε εγρήγορση, το μυαλό μου το ίδιο. Μόνιμη εγρήγορση. Λίγες μέρες βρίσκομαι εδώ κι όμως όλα είναι γνώριμα. Μόλις άρχισε και το ψιλόβροχο. Οι άνθρωποι εδώ είναι συνηθισμένοι.

Μια περίεργη γυναικεία μορφή στέκεται μπροστά μου εδώ και ώρα. Εκείνη δέχεται αβίαστα τη βροχή κι εγώ κρατώ την ομπρέλα. Μα οι άνθρωποι τούτης της πολιτείας έχουν μάθει να ζουν με τη βροχή. Φορά γκρίζο μακρύ παλτό που καλύπτει το σώμα της κι ένα μάλλινο μαύρο κασκόλ για να κόβει το τσουχτερό κρύο. Οι εικόνες μου είναι άγνωστες, δεν ισχύει το ίδιο και για τις σκέψεις. Μια ανησυχία, μια συνεχής επανάληψη. Εξάλλου είναι αναπόφευκτο. Όταν βαδίζουμε μέσα στις άγνωστες πτυχές του εαυτού μας, ταξιδεύοντας προς το άγνωστο, σίγουρα θα περάσουμε από γνώριμους σταθμούς, από γνώριμα μονοπάτια και γνώριμους σταθμούς. Η ματιά μας θα πέφτει πάνω σε σημάδια που και στο παρελθόν προσέξαμε. Διαδρομές σαν κύκλος. Δεν πρόκειται για έλλειψη έμπνευσης ή αδυναμία. Είναι γιατί η ζωή, όπως και ο πίνακας ζωγραφικής έχει ανάγκη από βασικά χρώματα για να πάρει ζωή, χρώματα που θα αγκαλιαστούν, θα δέσουν μεταξύ τους και θα εκτιναχθούν ακόμη πιο πέρα.

Η γυναίκα με το μάλλινο κασκόλ στέκεται ακόμα μπροστά μου. Το κρύο αγιάζι της μπερδεύει τα μαλλιά, ενώ το “παγωμένο” της πρόσωπο αποκτά πια έκφραση, προφανώς ενοχλημένο από το δυνατό άνεμο. Για κάποιο άγνωστο λόγο βρίσκεται ακόμα δίπλα μου και χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει μου κρατά συντροφιά στα άγνωστα αυτά λημέρια. “O άνθρωπος πρέπει να περάσει δύσκολα για να βγάλει από μέσα του την ομορφιά”, μου λέει γυρνώντας προς το μέρος μου. Με ξαφνιάζει. Μόνο αυτό δεν περιμένω αυτή την ώρα. Είναι θλιβερό, σκέφτομαι αμέσως μετά. Θλιβερό να ξέρεις πως πρέπει να βιώσεις το επώδυνο για να ωριμάσεις και να εξελιχθείς.

Μα η ζωή πάντα έτσι ήταν. Πλήθος περιστατικών που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει, γιατί πάντα θα υπάρχει κάτι που υπερνικά τα έως τώρα δεδομένα μας, κάτι το οποίο θα διαστρεβλώνει την ψευδαίσθηση μας πως ζούμε με κανόνες άρα είμαστε ασφαλείς. Αστείο να προσπαθείς να προστατευτείς. Μέσα μας είναι ο πλούτος. Κι αντί να τον φανερώνουμε, τον κρύβουμε καλά μέσα μας με το φόβο μήπως εκτεθούμε στα μάτια του άλλου.

Από εκείνες τις σκέψεις και μετά εγώ και η συνοδοιπόρος μου χαθήκαμε. Για πάντα φυσικά. Και να τη συναντήσω ποτέ και να διασταυρωθούν τα βλέμματα μας στο μέλλον, σε κάποια στιγμή του καιρού, σε κάποιο δρόμο, δεν θα το νιώσω. Δεν θα την αναγνωρίσω καν. Γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις είν’ έτσι.