Ένα τείχος, μια ιστορία

Όλοι μας κατά καιρούς έχουμε υψώσει τα προσωπικά μας «τείχη». «Τείχη» απέναντι στην σκληρή πραγματικότητα της κοινωνίας. «Τείχη» απέναντι στον φόβο. Απέναντι στην τυραννία και την εκμετάλλευση των δυνατών προς τους αδύνατους. Απέναντι στην καταπίεση και την σαπίλα του κατεστημένου. Απέναντι στο ανεκπλήρωτο, το άπιαστο. Ένα τείχος συνώνυμο της απομόνωσης από κάθε τι κοινωνικό. Παρελθόν, μέλλον, συναισθήματα, όνειρα είναι γραμμένα όλα πάνω σε αυτό το «τείχος». Το κοιτάς και λες την ιστορία της ζωής σου. Όπως έκανε και ο Roger Waters με τους Pink Floyd κυκλοφορώντας τέτοια μέρα το 1979 το πολυεπίπεδο «The Wall».

Ένα άλμπουμ που με μύησε στην ροκ μουσική, καθώς ήταν –απ’ όσο μπορώ να θυμάμαι όντας αρκετά μικρός- το πρώτο μου μουσικό άκουσμα. Ένα άκουσμα περίεργο, υποβλητικό, ορισμένες στιγμές απόκοσμο, σαν την ζωή του Pink. Ήχος θεατρικός. Πόρτες τεράστιες που ανοίγουν διάπλατα προκαλώντας τρίξιμο μου έρχονται στο μυαλό. Είναι το «The Trial» και ακούγοντάς το προσπαθώ να του δώσω μια εικόνα. Μια ολόκληρη ιστορία ξετυλίγεται μέσα από μια δίκη. Την δίκη του Roger Waters, του Pink, του καθενός μας.

Σηκώνομαι και με έναν κρυφό ενθουσιασμό κατευθύνομαι προς το πικάπ. Παίρνω στα χέρια μου το μισοφαγωμένο εξώφυλλο ενός άλμπουμ που ήταν ακουμπισμένο πάνω στο ηχείο. Άσπρα τούβλα απέξω, σχέδια όμορφα, μα και απειλητικά μέσα. «Είναι οι Floyd. To The Wall», μου φωνάζει ο πατέρας μου. Το ερέθισμα ήταν γεγονός. Η λατρεία μου για αυτή την μουσική, πάλι γεγονός. Ο εθισμός με τους Pink Floyd ακόμα μεγαλύτερος. Η βελόνα του πικάπ λιώνει κυριολεκτικά. «Άντε να πάρουμε άλλη ρε πατέρα», ήθελα και πολυτέλειες τρομάρα μου. Μέχρι που πέρασαν τα χρόνια και βγήκαν τα cds. Θα μου πείτε τι να μας πουν τα cds απέναντι στην κλασική και διαχρονική αίγλη των βινυλίων; Τίποτα, άλλα οι ανάγκες της εποχής, βλέπετε.

Ξέφυγα, λίγο. Έμαθα τους στίχους στο άψε σβήσε. Πόσες φορές τους έχω ακούσει κι εγώ δεν ξέρω. «We don’t need no education», γράφει ο ποιητής, Waters. Τραγουδούν τα παιδάκια και ταυτίζομαι με αυτά. Μετά βλέπω το βίντεο κλιπ με την μηχανή που τα κατασπαράζει και ανατριχιάζω. Όσοι το έχετε δει συμπράττετε μαζί μου. Ένας αντιεκπαιδευτικός λίβελος που έμεινε στην ιστορία. Ακόμα ένα τούβλο στον τοίχο, λοιπόν.

Ο Pink, η προσωποποίηση του Waters στο άλμπουμ, προσπαθεί να ξορκίσει της μνήμες του παρελθόντος. Έχει χάσει τον πατέρα του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει μια υπερπροστατευτική μάνα, διαλύεται ο γάμος του. Τρελαίνεται. «The child is grown. The dream is gone», μας λέει στο – συγχωρήστε μου την έκφραση-  υπεροχότερο τραγούδι στην ιστορία της μουσικής. Το «Comfortably Numb». Όνειρα απραγματοποίητα, πληγές που θέλει να ξεχάσει. Κατάθλιψη από την οποία θέλει να ξεφύγει. Με όλα αυτά καταπιάνεται ο Waters και είναι πέρα για πέρα αληθινά. Αληθινά γεγονότα της ζωής του που θέλησε να τα εκφράσει με αυτή την μουσική ιστορία. Γιατί περί μιας ενιαίας –χωρισμένης σε 26 κεφάλαια/τραγούδια- ιστορίας πρόκειται όλο το «The Wall».

«I’ ve got a strong urge to fly. But I got nowhere to fly to…», ουρλιάζει ο Waters εκδηλώνοντας την ανάγκη του να ακουστεί. Δεν είναι κανείς εκεί γι αυτόν. «There’s still nobody home», ψελλίζει. Φωνάζει για βοήθεια με το «Hey you». Φωνάζει εμένα, εσένα που είσαι έξω από το τείχος. Βοήθησέ τον. Νιώσε τον. Στο λέει ευθέως. «Out there in the cold, getting lonely, getting old, can you feel me». Μιλάει στην ψυχή σου. Σε βάζει σε σκέψεις. Σε κάνει να αισθανθείς ολοκληρωμένος, μα και αμήχανος ακούγοντας το αριστουργηματικό αυτό άλμπουμ.

Μπορεί να μην είναι το καλύτερο των Pink Floyd, αλλά ξεχειλίζει από συμβολισμούς και ποικίλα νοήματα που ακουμπούν την πραγματικότητα. Τα προβλήματα του Pink μπορεί να είναι και δικά μου, δικά σου. Διανύει μια τρελή πορεία και για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες, απομονώνεται από τον κοινωνικό του περίγυρο. «Χτίζει» ένα μεταφορικό τείχος και κλείνεται μέσα του, αφήνοντας απέξω οτιδήποτε μπορεί να τον πληγώσει. Ταξιδεύει στην ψυχή του για να βρει το σωστό. Έτσι πρέπει να κάνεις κι εσύ. Το τείχος του είναι και δικό σου.

Θα φτάσει στην «κάθαρση». Τα «τείχη» του θα γκρεμιστούν. Η κοινωνία θα είναι σκληρή απέναντί του. Όπως συμβαίνει και τώρα. Η κυβέρνηση απομυζά ό, τι έχει μείνει μέσα στην κοινωνία, μέσα σε μας. Καταστρέφει τον εαυτό μας. Μας «ποτίζει» με το «ναρκωτικό» της. Ψάξου να δεις τι γράφει πάνω ο τοίχος της ζωής. Το έκανε ο Waters με τους Pink Floyd, κάντο κι εσύ.

Μ’ έχει πιάσει το υπαρξιακό μου. Κοιτάω γύρω μου στο δωμάτιο. Γράφω. Σκέφτομαι τις δύο συναυλίες που είχα την τύχη να παρακολουθήσω. Μία στο κλειστό του Ο.Α.Κ.Α και μία στο ανοιχτό. Δυστυχώς όχι ενωμένους τους Pink Floyd, αλλά τουλάχιστον τον ακούραστο Roger Waters. Που έχει ακόμα την δύναμη και το σθένος να προσφέρει τέτοια μεγάλα σόου. Ξέρει πώς να συγκινεί, κάτι που κάνει καλά από μόνο του το «The Wall». Μηνύματα στο τείχος. Για την κυβέρνηση, για τα παιδάκια στην Αφρική που πεινάνε, για τους αγαπημένους που μπορεί να έχασε ο καθένας από εμάς.

«Goodbye blue sky», φίλοι μου. Κρατάω στην αγκαλιά μου τον πολυκαιρισμένο δίσκο των Pink Floyd. Η μυρωδιά του παλιού, η μυρωδιά των αναμνήσεων. Βάζω το cd να παίξει για νιοστή φορά. Ή καλύτερα όχι. Ανοίγω το πικάπ και βάζω να ακούσω το βινύλιο με τον ξεθωριασμένο ήχο. Το αποφάσισα. Τέτοια μέρα κάθε χρόνο θα βρίσκω μια μικρή αφορμή και θα ακούω το «The Wall» στο πικάπ. Ας είναι, λοιπόν. Φοράω τα ακουστικά μου. Καληνύχτα.