«Τον βλέπεις; Ήρθε σ’ άλλη γειτονιά να ψάξει στα σκουπίδια για να μην τον δουν γνωστοί»

Υπάρχουν δύο πλευρές στο ίδιο νόμισμα. Έτσι είθισται να λέμε χρόνια τώρα. Στο ζητούμενό μου, η μία είναι όλα αυτά που ακούς από media και πολιτικούς για επικείμενη ανάκαμψη, ανάπτυξη, έξοδο στις αγορές το 2014, πρωτογενές πλεόνασμα κλπ, κλπ, κλπ. Η άλλη πλευρά είναι η πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα δε χρυσώνεται. Δεν επιδέχεται παρηγοριάς. Η πραγματικότητα είναι σκληρή και είναι μπροστά στα μάτια μας καθημερινά. Άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια για τα βασικά. Είναι πολύ πιο δίπλα σου απ’ όσο νομίζεις.

Φυσικά και δε σου μιλάω για κάτι που δεν έχεις ξαναδεί μπροστά σου. Υπήρχαν παντα κάποιοι συνάνθρωποί μας που έψαχναν στα σκουπίδια για να βρουν τροφή ή κάποιο είδος ρουχισμού, καθώς –κυρίως- επρόκειτο μέχρι πρότινος βασικά για άστεγους. Οι άστεγοι, όμως, αφενός έχουν αυξηθεί δραματικά άμα τη εμφανίσει της κρίσης και ειδικά στο κέντρο της Αθήνας κι αφετέρου –πλέον- δεν είναι μόνο οι άστεγοι που κοιτούν στους κάδους για να βρουν τα βασικά. Το πρώτο «σοκ» το έπαθα το καλοκαίρι του 2012, όταν καθόμουν ένα βράδυ στο μπαλκόνι παρέα με τον πατέρα μου.

Καθώς μιλούσαμε, αντιλαμβάνομαι πως έχει για ώρα «καρφώσει» το βλέμμα του στον κάδο που βρίσκεται στην απέναντι μεριά του δρόμου. Γυρίζω και βλέπω έναν άντρα το πολύ μέχρι 60 ετών να έχει σκύψει μέσα στον κάδο και να ψάχνει για ό,τι θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμο. Ξαναγυρίζω στον πατέρα μου λέγοντάς του χαμηλόφωνα να δώσουμε στον άνθρωπο ό,τι φαγώσιμο έχουμε εύκαιρο. Μου κάνει νόημα να σταματήσω και, λίγα λεπτά αφού έχει φύγει ο άντρας αυτός, μου εξήγησε. «Τον βλέπεις; Ήρθε σ’ άλλη γειτονιά να ψάξει στα σκουπίδια για να μην τον δουν γνωστοί. Τον έχω πετύχει και σ’ άλλους κάδους εδώ γύρω. Είναι παλιός συνάδελφος και μένει αρκετά πιο μακριά από εδώ. Όταν, μια από τις φορές που τον πέτυχα να ψάχνει σε κάδο, πήγα να του δώσω φαγητό, έβαλε τα κλάματα από τη ντροπή του που τον είδα». Κάπου εκεί κατάλαβα γιατί μου είπε πριν να σταματήσω.

Ο κύριος αυτός δεν ήταν άστεγος (μέχρι και τότε τουλάχιστον) αλλά είχε δάνεια να ξεχρεώσει, τα παιδιά του που είχαν οικογένεια δική τους ήταν άνεργα και με τη σύνταξη τη δική του και μόνο (η γυναίκα του δεν είχε κάποιο εισόδημα) δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα. Εκείνος λοιπόν, για να «ελαφρύνει» όσο το δυνατόν περισσότερο τον οικογενειακό προΫπολογισμό είχε καταφύγει σε αυτή τη λύση. Δυστυχώς, δεν ήταν ο μόνος, δεν είναι ο μόνος. Παρόμοια περιστατικά γίνονται όλο και συχνότερα, όσο κάποιοι μιλούν για πρόοδο και δημοσιονομικές επιτυχίες. Άνθρωποι που μέχρι και πρόσφατα εξασφάλιζαν έστω και με μια σχετική άνεση τον επιούσιο, τώρα είναι στα αζήτητα, στις λίστες των συσσιτίων, στον κάδο απέναντι από το σπίτι σου.

Είναι πολύ ωραίο –γενικά- να έχουμε αυτοπεποίθηση, να λέμε τι καλά που τα κάνουμε όλα, να βλέπουμε προόδους ενώ ο κόσμος πεινάει, ενώ 2/3 νέους έως 30 ετών είναι άνεργοι, να λέμε τι ξεχωριστό ήλιο που έχει η Ελλάδα, τα πουλάκια τι καλά που κελαηδούν και –στην τελική- δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά είμαστε μια ωραία δημοκρατία, είμαστε. Όμως, φίλε μου, εδώ είναι real life και υπάρχουν προβλήματα πολλά και άλυτα. Εδώ παιδιά λιποθυμούν στα σχολεία από την πείνα, εδώ διαβητικοί της πρόνοιας σ’ ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της πρωτεύουσας δεν προμηθεύονται με ινσουλίνη λόγω έλλειψης, εδώ πεθαίνουν καρκινοπαθείς επειδή είναι ανασφάλιστοι, εδώ ό,τι αποτελεί δημόσιο αγαθό και δε μας βολεύει το κλείνουμε (τι μας νοιάζει αν εσύ φιλαράκι έχεις ανάγκη τα δημόσια αγαθά όπως την παιδεία, την υγεία, το νερό, την ελεύθερη ενημέρωση κ.ο.κ.), εδώ σε σκοτώνουμε αν διαφωνούμε στις πολιτικές μας πεποιθήσεις, εδώ φτάσαμε να δείχνουμε ο ένας τον άλλο με το δάχτυλο αν τυγχάνει ο μεν να πληρώνεται 50 ευρώ παραπάνω από τον δε.

Κάποτε, σε παλαιότερα κείμενά μου, σου έγραφα διαρκώς για το πόσο ανάγκη έχουμε να μείνουμε αλληλέγγυοι. Αν μείνουμε απλά άνθρωποι, η αλληλεγγύη θα έρθει αυτόματα. Ο κύριος στον κάδο είναι δυνητικά ο πατέρας μου, ο πατέρας σου, ο παππούς σου, ο άντρας σου, ο αδελφός σου. Σε μια κοινωνία που για τους πολιτκούς της είμαστε όλοι τόσο αναλώσιμοι, δε χρειάζεται να «καεί η γούνα μας» για να δράσουμε. Είμαστε όλοι ο φίλος που ψάχνει στον κάδο, το παιδί που λιποθυμάει από την πείνα, ο ανασφάλιστος καρκινοπαθής, ο απολυμένος δημόσιος και ιδιωτικός υπάλληλος, ο διπλανός σου κι ο διπλανός μου. Με το να φοβάσαι και να εύχεσαι να μη γίνεις ένας από αυτούς, δεν ξορκίζεις το πρόβλημα. Οι ευχές ήταν βάλσαμο όσο ήμασταν παιδιά. Τώρα, χρειαζόμαστε λύσεις. Σταμάτα να φοβάσαι και ξύπνα.