“Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα” για δεύτερη χρονιά στο Εθνικό

Η παράσταση “Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα” του Ευγένιου Ο’ Νηλ ανεβαίνει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο Εθνικό Θέατρο και μετατρέπει τη σκηνή του κτιρίου Τσίλερ στην έπαυλη των Μάννον, της σύγχρονης γενιάς των Ατρειδών. Ένα από τα μεγαλύτερα έργα του 20ου αιώνα ανεβαίνει και πάλι στην ελληνική σκηνή για να αποδώσει με σύγχρονο τρόπο τους δραματικούς χαρακτήρες της τριλογίας του Αισχύλου “Ορέστεια”. Η εποχή αλλάζει από τον αρχαίο κόσμο και τον Τρωικό πόλεμο στην Αμερική αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

Έτσι ο Αγαμέμνονας μετονομάζεται σε Έζρα Μάννον, έναν στρατηγό που γυρίζει από τον πόλεμο, η Κλυταιμνήστρα είναι η ποθητή, άκρως θηλυκή και ταυτόχρονα σκληρή Κριστίν, η Ηλέκτρα γίνεται η παγερή, άκαμπτη και πουριτανή Λαβίνια, ο Ορέστης ο άβουλος και ψυχικά διαταραγμένος Όριν και ο Αίγισθος ο μηχανορράφος και εκδικητικός καπετάνιος Άνταμ Μπράντ. Το έργο του Ευγένιου Ο’ Νηλ κινείται στους άξονες της Ορέστειας, αφού κρατάει την έκταση της τριλογίας και τον χωρισμό των μερών του έργου σε 3 μεγάλες ενότητες. Η μεταφορά όμως σε μια μεταγενέστερη εποχή δεν θα μπορούσε παρά να προσθέσει κάποια σύγχρονα στοιχεία. Γι’ αυτό και στην αυγή του 1930 που γράφεται και ανεβαίνει για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή το έργο δεν θα μπορούσαν παρά να υπάρχουν κάποιες φροϋδικές επιρροές, όπως αυτές του Οιδιπόδειου συμπλέγματος και του συμπλέγματος της Ηλέκτρας. Ο Όριν και η Κριστίν, ο Έζρα και η Ηλέκτρα τεντώνουν στα άκρα της σχέσεις γονέων και παιδιών και αγγίζουν το δέσιμο μεταξύ ερωτικών συντρόφων. Τα κλασικά στοιχεία φυσικά μένουν, αφού το πλήθος της πόλης μετατρέπεται σε χορό.

Η μεταφορά του έργου στη θεατρική σκηνή του Εθνικού απαλείφει τον χορό με την έννοια του πλήθους της πόλης, όπως παρουσιάζεται στο πρωτότυπο έργο του Ο ‘ Νηλ. Στη θέση του ο σκηνοθέτης και πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Γιάννης Χουβαρδάς βάζει τέσσερις θεατές (Χάρης Τσιτσάκης, Θέμις Μπαζάκα, Μάγια Λυμπεροπούλου, Γιώργος Κοτανίδης) να βγαίνουν από το κοινό και να μετέχουν στην παράσταση με διάφορους ρόλους, άλλοτε των αφηγητών που εισάγουν τους θεατές στην υπόθεση και παρουσιάζουν τους χαρακτήρες με μια αίσθηση χλευασμού προς τις αναλυτικές οδηγίες που είχε δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας, κάποτε σαν εξωτερικούς παρατηρητές του δράματος και τέλος σε ορισμένα σημεία σαν πρωταγωνιστές του ίδιου του έργου, κατεβάζοντας τους ήρωες στις θέσεις του κοινού να παρακολουθούν.

Η σκηνοθετική ματιά του Χουβαρδά επιχειρεί μια ανατρεπτική ανάγνωση του έργου και σε ορισμένα σημεία το πετυχαίνει. Η χρήση της προβολής μέσω βίντεο κατά τη διάρκεια της παράστασης σε καίρια σημεία ενίσχυε τον τόνο του δράματος και των αδιεξόδων των ηρώων, αφού εστίαζε στα πρόσωπά τους και τα προέβαλε σε μεγάλο μέγεθος, καθιστώντας επιτρεπτό στον θεατή να καταγράψει τα συναισθήματα τους. Η χρήση ενός εκσυγχρονισμένου χορού, αν και μπορώ να κατανοήσω τη λειτουργικότητά του, κουράζει σε ορισμένα σημεία και τραβάει την πλοκή χωρίς να φαίνεται σκόπιμο. Κάποιες στιγμές μάλιστα τραβάει το βλέμμα του θεατή από την δράση. Η ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαππα ξεχωρίζει και αναδεικνύει μια σύγχρονη Ηλέκτρα σε όλη την τραγικότητα της, προσθέτοντας την ακαμψία του πουριτανισμού της περιόδου του αμερικάνικου εμφυλίου, ενώ ο Χρήστος Λούλης σαν άλλος Ορέστης άγεται και φέρεται καταλλήλως και αποδοτικά. Η Καριοφυλλιά Καραμπέτη στον ρόλο της Κριστίν, συζύγου του Έζρα ενσαρκώνει το ρόλο της feme fatalle με κάποια σκληρά στοιχεία, έναν ρόλο που φαίνεται να της ταιριάζει και ξέρει να χειριστεί επιτρέποντάς της να είναι περισσότερο άνετη στη θεατρική σκηνή. Ο Ακύλλας Καραζήσης στο ρόλο του Έζρα Μάννον καλύπτει επαρκώς τον κυριαρχικό και ανέκφραστο στρατηγό.

Σε σύνολο η θεατρική παράσταση είναι ενδιαφέρουσα, αν και πολύωρη. Καταφέρνει να κρατήσει το θεατή, αφού οι τελευταίες σκηνές είναι οι πιο δυνατές του έργου και θα ήταν μεγαλύτερη η κορύφωση της δραματικότητας, αν δεν τράβαγε ίσως σε αρκετά σημεία ο ρόλος του ιδιότυπου αυτού χορού, ο οποίος όμως αποδεικνύεται χρήσιμος σε άλλα. Για το τέλος αφήνω την εντύπωσή μου για τα κοστούμια, τα οποία υπογράφει η Ιωάννα Τσάμη και με εντυπωσίασαν με την λεπτομέρεια και την καλαισθησία αποδεικνύοντας πως οι παραγωγές του Εθνικού είναι πάντα προσεγμένες.