«Έχουμε μάθει να μένουμε στον αφρό»- Συνέντευξη με τον ηθοποιό Πέτρο Αποστολόπουλο

Ο Πέτρος Αποστολόπουλος  μιλάει στο pints για την παράσταση Γιαννούλης Χαλεπάς: Η Κοιμωμένη μου ,που πρωταγωνιστεί, ενώ παράλληλα σχολιάζει και τις τρέχουσες πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες, δίνοντας τη δική του εκδοχή και πρόταση. Επίσης, ανοίγουμε μια κουβέντα για το θέατρο, που μας οδηγεί και στη ζωή του μοιραία. Όλα αυτά μου τα διηγείται ακριβώς απέναντι από τη σκηνή , όπου τα τέσσερα τελευταία χρόνια έχει «ταυτιστεί» με το σπουδαίο γλύπτη.

-Στο βιογραφικό σας έχετε συνεργασίες με μεγάλα ονόματα του χώρου όπως το Γιώργο Κιμούλη, το Γιάννη Μόρτζο -που σκηνοθετεί και αυτή την παράσταση- και το Γιώργο Θεοδοσιάδη. Ξεχωρίζετε κάποια συνεργασία και κάποιο ρόλο στην καριέρα σας, και παράλληλα ”περιμένετε” κάποιο ρόλο και συνεργασία;

Για μένα τα πράγματα μετρώνται λίγο διαφορετικά. Δεν είναι τόσο τα ονόματα και το μέγεθός τους, όσο οι άνθρωποι που μου πρόσφεραν κάτι, που είχα κι εγώ την ετοιμότητα να πάρω από αυτούς. Συνεπώς, υπάρχουν και άνθρωποι που μπορεί να μην είναι τόσο γνωστοί στο ευρύ κοινό, που μου ‘χουν προσφέρει πάρα πολλά. Τώρα όσον αφορά το ρόλο που ξεχωρίζω, αυτή την περίοδο σίγουρα ξεχωρίζω το Χαλεπά. Τον έχω αγαπήσει μέσα σε αυτές τις 320 παραστάσεις και 4 χρόνια επιτυχίας. Από κει και πέρα, για μένα, κάθε εποχή και κάθε ρόλος ήταν εξίσου σημαντικά.

-Τι σας γοήτευσε περισσότερο στο ρόλο του Χαλεπά;

 

Με γοήτευσε πολύ η εργατικότητα αυτού του ανθρώπου, αλλά και η καρτερικότητα απέναντι σε όλα τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε στη ζωή του. Το πάθος του για τη δουλειά του νομίζω είναι παράδειγμα για εμάς και την εποχή μας, γιατί έχουμε μάθει να κάνουμε πολλά πράγματα, από το ένα στο άλλο.. Να μη στεκόμαστε. Ο Χαλεπάς, λοιπόν, είναι ένα παράδειγμα ανθρώπου που δόθηκε σε αυτό που αγάπησε με πολύ πάθος, χωρίς να «ακολουθεί το ποτάμι». Και μην ξεχνάμε, πως συμβολίζει παράλληλα και την Ελλάδα και το «ταλαιπωρημένο» κομμάτι μας, ο ήρωας αυτός. Κι εγώ από την πλευρά μου, όντας 20 χρόνια ηθοποιός, είμαι πολύ ευγνώμων που μου δόθηκε αυτός ο ρόλος, γιατί μου έχει δώσει πολλά, τα οποία προσπαθώ να μεταφέρω στο κοινό.

-Πώς κινείστε απέναντι σε ένα ρόλο προπαρασκευαστικά; Παίρνοντας το κείμενο σκιαγραφείτε μέσα σας τον ήρωα σας, ή μετά πολύ έρευνα για το ρόλο;

Είναι πολλοί παράγοντες. Πρώτα από όλα η επικοινωνία με το σκηνοθέτη. Στο συγκεκριμένο έργο είχα τη χαρά να συνεργαστώ με έναν σκηνοθέτη, το Γιάννη Μόρτζο, που μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για το Χαλεπά. Επίσης, διάβασα ότι υπήρχε -ή τουλάχιστον όσα περισσότερα μπορούσα- για το Γιαννούλη Χαλεπά, γύρω στα 30 βιβλία υλικό. Η προετοιμασία δε σταματά στο ανέβασμα του έργου, αλλά και κατά τη διάρκεια του έργου συνέχιζα να διαβάζω για τον ήρωα μου. Από την άλλη, για να «μπεις σε ένα ρόλο» σημαντικό στοιχείο είναι και οι εμπειρίες. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω εμπειρίες που να συγκλίνουν με αυτές του γλύπτη. Δεν έχω περάσει από ψυχιατρείο, ούτε έχω ζήσει να είμαι ο τρελός του χωριού. Έτσι, προσπάθησα να βρω τα ερμηνευτικά ερείσματα, μέσα από τις εμπειρίες μου και μέσα από τα βιώματά μου, για να τα περάσω στο ρόλο.

-Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε τις ιδιαιτερότητες του ρόλου, από τη μια την καλλιτεχνική διάνοια του Χαλεπά και από την άλλη την ψυχική του ανισορροπία;

Υπάρχει ένα θέμα γύρω από αυτό. Ένας άνθρωπος σήμερα με το πρόβλημα του Γιαννούλη Χαλεπά, δε θα πήγαινε καν στο

ψυχιατρείο,ούτε θα θεωρούνταν τρελός. Είναι ένας καλλιτέχνης που δέχεται μια ψυχική πίεση από τη μητέρα του, αλλά και από τον περίγυρό του ,γενικά. Επίσης, μιλούσε και γελούσε στα γλυπτά του, που δούλευε 20 ώρες το 24ωρο, που δεν είχε, από την άλλη, ερωτική ζωή. Σε κάποιο σημείο του έργου, κατά την επιστοφή του γλύπτη από το ψυχιατρείο, ο ήρωας κάνει μια κίνηση ερωτική προς τη μητέρα του. Ήταν χειρότερα κατά την επιστροφή από το ψυχιατρείο από πριν. Κατά την παραμονή του στο ψυχιατρείο του έδωσαν πολύ ισχυρά χάπια, τα οποία πιθανόν επιδείνωσαν την κατασταση του, ενώ παράλληλα τον κακοποιούσαν. Εγώ πιστεύω πως το ψυχιατρείο τον τρέλανε. Στην ερώτησή σου, λοιπόν, για το πώς ισορρόπησα το ρόλο, θα σου πω πως έμαθα πολύ για το Χαλεπά. Έφτασα μέχρι και την Τήνο, όπου έμαθα για τη διαπόμπευση του από τους συντοπίτες του. Μια κυρία μεγάλης ηλικίας μου είπε «Ο καημένος ο Χαλεπάς, του πετούσαν λεμόνια μόλις τον έβλεπαν να περνάει». Βλέποντας τα όλα συνοπτικά, πιστεύω πως ήταν η «ιερή τρέλα» ενός καλλιτέχνη, που δεν την κατανόησε η κλειστή κοινωνία και η οικογένεια του.

-Σας αγχώνει η έκθεση πάνω στη σκηνή;

Με αγχώνει μόνο πριν βγω. Όταν αρχίσει η παράσταση, όλα έχουν ξεχαστεί. Μετά είμαι σε μια διαδικασία ξεδίπλωσης του ρόλου, θέλω να το ξαναζήσω. Κι είναι κάθε βράδυ το ίδιο, μέχρι να δοθώ στην πρώτη στιγμή έκθεσης.

-Αν το κοινό δεν ταυτιστεί με κάποια σας παράσταση, ποια είναι η πρώτη σας σκέψη και πού το αποδίδετε; Στο κοινό ή στους συντελεστές;

Δεν μου αρέσει να ρίχνω το φταίξιμο στο κοινό. Είναι σαν να θέλω να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Από μένα θα ξεκινήσω, λοιπόν. Είναι σαν μια σχέση που έχουμε στη ζωή μας, που μια ζωή μας φταίει ο άλλος. Και δεν έχουμε σκεφτεί πως δεν μπορεί πάντα, σε όλες μας τις σχέσεις, να φταίει ο άλλος. Ίσως κάποια πράγματα πρέπει να τα «τσιγκλίσουμε» μέσα μας. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ομαδική δουλειά, και το βάρος της επιτυχίας ή της αποτυχίας, βαραίνει εξίσου την ομάδα.

-Ο θεατής θα διαλέξει κωμωδία ή δράμα ευκολότερα;

Ο θεατής θα διαλέξει αυτό που θα τον συγκινήσει, είτε μέσω του γέλιου ή μέσω του κλάματος.Θέλει να ψυχαγωγηθεί, αναζητώντας την αλήθεια. Να μιλήσουν οι σκέψεις του, τα συναισθήματα του, να περάσει καλά και δημιουργικά. Και δεν έχει σημασία, εν τέλει, αν ο στόχος επιτευχθεί μέσω μιας κωμωδίας ή ενός δράματος.

-Ποιές είναι οι «άμυνες» σας απέναντι στα γεγονότα;

 

Δηλώνω θυμωμένος και αναποφάσιστος, όπως τόσοι άλλοι εξάλλου. Αν και δεν έχω πληγεί άμεσα, γιατί έχω δουλειά, δεν μπορώ να πω πως δεν με έχει επηρεάσει. Κι όταν είσαι ηθοποιός, και ασχολείσαι, με ένα τρόπο, με την ψυχολογία των ανθρώπων, δε μπορεί παρά να σε αγγίζουν όλα. Όλα όσα γίνονται είναι μια αλυσίδα, στην οποία και εμείς έχουμε την ευθύνη μας. Δώσαμε μεγάλη σημασία στην ύλη. Μια από τις άμυνες μου, λοιπόν, θα έλεγα πως είναι και ο μετρημένος τρόπος ζωής μου, που δεν παρέκκλινε ποτέ στον υλισμό. Δεν είχα ποτέ κάρτες, αμάξια, σπίτια μεγάλα, ούτε πήρα δάνεια.

-Τι σας ενοχλεί στα μέσα περισσότερο;

Στο ίντερνετ βλέπω μια τυφλή αναπαραγωγή που πολλές φορές κάνει αυτό που κατακρίνει. Αποκοιμίζει, όπως η τηλεόραση. Για παράδειγμα, το περιστατικό με την Δημουλά και τα παγκάκια. Έχω την εντύπωση πως μένουμε στον «αφρό» των πραγμάτων, πράγμα που είναι πολύ πιο ενοχλητικό από οτιδήποτε άλλο. Θέλουμε να προβληματιστούμε, αλλά και πάλι στον «αφρό» έχουμε μάθει να στεκόμαστε. Όλα γύρω μας θέλουν και μια αμφισβήτηση.

-Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Η παράσταση -κατά πάσα πιθανότητα- θα τελειώσει τον Δεκέμβρη, αλλά βρισκόμαστε ακόμα σε σκέψεις. Ετοιμάζουμε, όμως, και ένα νέο έργο με τίτλο Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ, μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου. Τη θεατρική διασκευή έχει αναλάβει η Γιούλη Ζήκου, που υπογράφει τη σκηνοθεσία, ενώ κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

Διαβάστε την κριτική του pints για την παράσταση ”Γιαννούλης Χαλεπάς: Η Κοιμωμένη μου”  εδώ