Λίγα λόγια για τη θεατρική παράσταση «Ποιός τη ζωή μου»

Την τελευταία βραδιά του Οκτώβρη μου συνέβη κάτι υπέροχο, παρακολούθησα μαζί με όμορφη παρέα και εκατοντάδες άλλους θεατές την μουσικοθεατρική παράσταση «Ποιος τη ζωή μου» που πραγματεύεται τη ζωή και το έργο του μεγάλου Έλληνα συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Τόσα τραγούδια, πολύς χορός, ασυγκράτητο συναίσθημα και άπλετο ταλέντο που μοιάζουν να μην χωράνε σε μία παράσταση, συνθέτουν το πάζλ μιας βιογραφίας, αυτής του Μ. Θεοδωράκη και ακόμα μίας, αυτής της νεότερης Ελλάδος.

Μεγάλα ονόματα που ακολουθούνται από αληθινά ταλέντα πλαισιώνουν την παράσταση όπως η Γ. Νέγκα, ο Δ. Μπάσης, η Φ. Κομνηνού, Α. Λεμπεσόπουλος, Γ. Βαλτινός, Χ. Πλαϊνης και Ε. Μουτάφη όμως δεν λείπουν και οι καλλιτέχνες οι οποίοι ακόμα και αν δεν είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό, το ταλέντο τους λάμπει στη σκηνή προσθέτοντας στην παράσταση πάθος, ζωντάνια και μια ξεχωριστή αρμονία. Συγκεκριμένα ξεχωρίζουν ο Κ. Θωμαϊδης, η Α. Λινάρδου και ο Γ. Μαθές με τις υπέροχες φωνές τους. Η Γ. Νέγκα με τη σταθερή φωνή της και το λιτό κυρίως μαυροφορεμένο παρουσιαστικό της δημιουργεί μια αίσθηση κύρους, ενώ ο Δ. Μπάσης με την σχεδόν ακίνητη μα επιβλητική μορφή του στο χώρο, εκτελεί λαϊκά κομμάτια σαν να απαγγέλει ένα είδος εθνικού ύμνου συνδυάζοντας μια έκφραση έντασης και ηρεμίας. Όσο για τον Α. Λεμπεσόπολο σε πείθει αμέσως πως είναι η καλύτερη επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο.  Η φωνή του με το χρώμα της συνοδεύει την αφήγηση του έργου από την αρχή έως το τέλος και η παρουσία του συνεχείς, αλλά διακριτική όταν το απαιτεί η ροή, παρακολουθεί τον βασικό χαραχτήρα σαν καθρέπτης σε όλες τις φάσεις της ζωής του. Δυνατές στιγμές αποτελούν οι εμβατηριακές εκτελέσεις των «Ρωμιοσύνη», «άξιον εστίν» και «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» που ανεβάζουν αισθητά την ένταση και τους παλμούς του κοινού.

Η παραγωγή είναι πλούσια χωρίς να είναι φορτωμένη και λιτή χωρίς να στερείται λεπτομερειών. Είναι μια παραγωγή που απεικονίζει όλα τα χαρακτηριστικά της εποχής, εντάσσοντας τα απαραίτητα ιστορικά ντοκουμέντα αποφεύγοντας τεχνηέντως τον λαϊκισμό. Ο χορός έχει βασικό ρόλο στην παράσταση και ακόμα και αν το ελληνικό κοινό δεν είναι εκπαιδευμένο να τον παρακολουθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο δεν κουράζει αλλά εντυπωσιάζει η επιτυχής ανάμειξη σύγχρονης και παραδοσιακής χορογραφίας κάνοντας για παράδειγμα το ζεϊμπέκικο να δείχνει θεατρικό αλλά ταυτόχρονα οικείο, τονίζοντας την καλλιτεχνική αρτιότητα των χορευτών οι οποίοι προσθέτουν όλο τους το συναίσθημα.

Σε μια παράσταση λοιπόν που δεν της λείπει τίποτα, η ζωή του Μ. Θεοδωράκη ξετυλίγεται ταυτόχρονα με την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, γίνεται ένα με αυτήν και τα τραγούδια του ντύνουν τις πιο έντονες στιγμές της. Η συγκίνηση είναι παρούσα ακόμα από τη μουσική εισαγωγή της παράστασης από την 11μελή ορχήστρα και συνεχίζει απτόητη έως το τέλος. Το κοινό μοιράζεται σε αυτούς που μέσα από τα τραγούδια του Μ. Θεοδωράκη φέρνουν στην επιφάνεια τις νωπές μνήμες της νεοελληνικής ιστορίας και στους νεότερους που όλα αυτά τους φαίνονται σαν παραμύθι που ανασύρουν από χιλιοειπωμένες ιστορίες και εικόνες από σχολικές γιορτές. Μαζί όμως ζουν την εμπειρία της «συμπαντικής αρμονίας», κάνουν ένα βήμα πίσω στο χρόνο και αναλογίζονται το τώρα, το πριν και το μετά.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια παράσταση που αξίζει την προσοχή μας αφού επιτέλους τιμάται από τον ελληνικό κόσμο μια μεγάλη προσωπικότητα. Η αναγνώριση των εν ζωή καλλιτεχνών, αγωνιστών, προσωπικοτήτων δεν αποτελεί συχνό φαινόμενο στην όμορφη χώρα μας και αυτό κάνει την παράσταση μοναδική. Το «ποιος τη ζωή μου» πήρε παράταση και θα βρίσκεται για λίγες ακόμα ημέρες επί σκηνής, οπότε σπεύσατε στα ταμεία του Badminton για μια παράσταση που αξίζει στην Ελλάδα και ανήκει στους Έλληνες.