Ο καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Πλειός, μιλά στα Pints!

Συναντιόμαστε σε μια πολύ έντονη περίοδο από πολλές απόψεις: υγεία, παιδεία, εργασιακά όλα αλλάζουν δυστυχώς προς το χειρότερο. Τελικά, οδεύουμε ολοταχώς σ’ ένα σύγχρονο «Μεσαίωνα»;

Ναι, αρκεί να ορίσουμε τι εννοούμε «Μεσαίωνα». Ο Μεσαίωνας μπορεί να οριστεί με πάρα πολλά κριτήρια. Αλλά το πιο βασικό κριτήριο είναι η έλλειψη της προσωπικής ελευθερίας, η έλλειψη δικαιωμάτων (με πυρήνα δηλαδή τα εργασιακά δικαιώματα). Εάν θεωρήσουμε ότι σήμερα βρισκόμαστε σε μια διαδικασία απώλειας των εργασιακών δικαιωμάτων, πράγματι γυρίζουμε σε μία προηγούμενη εποχή. Για την ακρίβεια, η εποχή στην οποία γυρίζουμε είναι η εποχή των πρώτων περιόδων του καπιταλισμού και κυρίως έτσι όπως τον γνωρίσαμε στη δυτική Ευρώπη, όπου οι άνθρωποι εργάζονταν και 10 και 12 ώρες (κι όταν λέω «άνθρωποι» δεν εννοώ μόνο τους ενήλικες αλλά και τα παιδιά), σε απάνθρωπες πραγματικά συνθήκες εργασίας κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν συνυπολογίσουμε ότι έχουμε και μια μεγάλη τεχνολογική πρόοδο και με εξευτελιστικά μεροκάματα από την άλλη. Εδώ πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα γιατί κατά το 19ο αιώνα, αν θεωρήσουμε ότι περίπου εκεί γυρνάμε, οι ανάγκες των ανθρώπων ήταν πιο περιορισμένες. Δηλαδή, έπρεπε να έχουν ένα στοιχειώδες κατάλυμα για να κοιμηθούν, στοιχειώδη ρούχα για να ντυθούν και βεβαίως ένα βασικό φαγητό για να συντηρηθούν στη ζωή.

Σήμερα οι ανάγκες είναι πολύ περισσότερες. Για παράδειγμα, είναι το σχολείο. Τότε, δεν ήταν υποχρεωτικό και δεν ήταν, ειδικά για πολλές οικογένειες της εργατικής τάξης, ένα απαραίτητο στοιχείο τρόπου ζωής. Είναι, για παράδειγμα, η πληροφόρηση και η ενημέρωση από πλειάδα μέσων επικοινωνίας. Δηλαδή τότε, δεν έπρεπε να πληρώνεις για ίντερνετ, δεν έπρεπε να πληρώνεις για τον υπολογιστή σου και πολλά άλλα τέτοια πράγματα. Οι μετακινήσεις. Συνήθως το 19ο αιώνα, επί παραδείγματι, το εργοστάσιο ήταν δίπλα στο σπίτι κάποιου. Σήμερα, οι άνθρωποι αφιερώνουν πολλά χρήματα στις μετακινήσεις τους. Μπορώ να συνεχίσω για πολύ ακόμα αυτόν τον κατάλογο των νέων αναγκών που έχουν προστεθεί, αλλά το σίγουρο είναι πάντως ότι οι ανάγκες είναι πολύ περισσότερες σήμερα, οι άνθρωποι πρέπει να πληρώνουν πολύ περισσότερα. Επομένως, η σχετική φτώχεια σήμερα, με την αφαίρεση των εργασιακών δικαιωμάτων, είναι πολύ μεγαλύτερη συγκρινόμενη με τη σχετική φτώχεια των αρχών και των μέσων του 19ου αιώνα.

Εδώ, όμως, θέλω να κάνω και μία υποσημείωση. Αυτή, λοιπόν, η φτωχοποίηση του εργατικού δυναμικού και συνολικά του πληθυσμού, χωρίς να εξετάζω τις πολιτικές προεκτάσεις (αν πχ ευνοεί τη Χ.Α. αυτό ή όχι) έχει και μία άλλη διάσταση που πηγαίνει και πολύ πιο πέρα από τα άτομα που φτωχοποιούνται. Εννοώ ότι έτσι όπως είναι διαμορφωμένη η σύγχρονη κοινωνία, δηλαδή εφόσον η σύγχρονη κοινωνία στηρίζεται πάρα πολύ στη χρήση νέων τεχνολογιών, στηρίζεται πάρα πολύ στην επικοινωνία, είναι πολύ πιο εντατικοί οι ρυθμοί εργασίας, όλα αυτά και μαζί και άλλοι παράγοντες συγκλίνουν στο ότι για να είναι αποτελεσματική η παραγωγή και με την έννοια αυτή να υπάρχει οικονομική ανάπτυξη, θα πρέπει το εργατικό δυναμικό να αποδίδει στο maximum των δυνατοτήτων του. Αυτό όμως μέσα σε συνθήκες φτώχειας δεν μπορεί να συμβεί. Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να τα δώσει όλα, όταν δεν έχει τίποτα να κερδίσει απ’ αυτό. Όταν, αντιθέτως, αυτή η εργασία δρα εις βάρος του. Η φτωχοποίηση, λοιπόν, δεν είναι αρνητική μόνο γι’ αυτούς που φτωχοποιούνται (από την ανθρωπιστική, αν θέλετε, διάσταση του θέματος), αλλά είναι αρνητική για το σύνολο της οικονομίας αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας και του πολιτισμού μας. Κι εδώ θέλω να κάνω ένα άλλο σχόλιο, λίγο πιο πρακτικό. Ας υποθέσουμε ότι σ’ ένα μέλλον, σύντομο ή απώτερο, η Ελλάδα ξεπεράσει την κρίση. Αυτή τη στιγμή λοιπόν το εργατικό δυναμικό έχει δεχτεί τεράστια πλήγματα. Καταρχήν ήδη υπάρχει μια υποχώρηση του προσδόκιμου ορίου ζωής κατά 5 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ζούμε, θα ζήσουμε λιγότερο απ’ ό,τι οι πατεράδες μας, για παράδειγμα. Αυτό οφείλεται κυρίως στην επιδείνωση των συνθηκών ζωής: στην τροφή, στις συνθήκες κατοικίας και βεβαίως στη δραματική επιδείνωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.  Επίσης, έχει επιδεινωθεί πολύ η ποιότητα και η ποσότητα των εκπαιδευτικών υπηρεσιών που απολαμβάνουν οι πολίτες και κυρίως οι πολίτες που κάνουν χρήση δημοσίων υπηρεσιών. Και πρέπει να προσθέσω εδώ και τη μαζική φυγή χιλιάδων εκπαιδευμένων νέων στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι θα διαθέτουμε πλέον ένα εργατικό δυναμικό με πολύ λιγότερες δυνατότητες από αυτό που διαθέταμε πριν την κρίση, δηλαδή ένα εργατικό δυναμικό σε χειρότερη κατάσταση. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι κι αν υπάρχουν επενδύσεις, δε θα μπορέσει η Ελλάδα να γίνει εύκολα μια χώρα , η οποία θα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας. Θα είμαστε μια χώρα που δε θα ανταγωνίζεται το Βέλγιο ή τη Γαλλία ή ακόμα την Ισπανία ή την Ιταλία, αλλά θα είμαστε μια χώρα που θα ανταγωνίζεται την Τουρκία, το Πακιστάν και αυτές τις χώρες.

Τις υπό ανάπτυξη χώρες δηλαδή;

Μιας και είπατε τη φράση «υπό ανάπτυξη» να προσθέσω κάτι, το οποίο είναι γνωστό αλλά τεχνιέντως και συστηματικά το αποφεύγουμε. Από τον επόμενο μήνα, από 1η Νοεμβρίου, η ελληνική οικονομία υποβιβάζεται στις υπό ανάπτυξη οικονομίες, ενώ κατατασσόταν στις ανεπτυγμένες.

Να πάμε λίγο πίσω. Λίγους μήνες πριν, με πολύ συνοπτικές διαδικασίες, η κυβέρνηση έκλεισε την ΕΡΤ. Επίσημη δικαιολογία το «άντρο αδιαφάνειας και διαφθοράς». Θέλετε να δούμε, επί της ουσίας, γιατί συνέβη αυτό και μάλιστα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο; Κι επίσης, αν περιμένατε την τόσο μεγάλη αντίδραση του κόσμου σε όλο αυτό. 

Καταρχήν να πω ότι το πρόβλημα με το κλείσιμο της ΕΡΤ δεν είναι οι σύντομες διαδικασίες αλλά ότι αυτές αποτελούν ένα πραξικόπημα. Εννοώ ένα πολιτικό πραξικόπημα. Όπως γνωρίζουμε, το κλείσιμο της ΕΡΤ έγινε με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου. Όμως, οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δικαιολογούνται από το Σύνταγμα όταν συντρέχουν έκτακτες συνθήκες. Στην προκειμένη περίπτωση, δε συνέτρεχε καμία έκτακτη συνθήκη, έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση ΠΝΠ (Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου). Στην πραγματικότητα, λοιπόν, αυτό συνιστά, γι’ αυτό το λόγο ακριβώς, πραξικόπημα. Αυτά ως προς το διαδικαστικό μέρος.

Ως προς την ουσία, έχω να πω το εξής. Αν η κυβέρνηση είχε απολύσει 100-200-300 δημοσιογράφους και τεχνικούς, είμαι σίγουρος ότι δε θα είχε παρατηρηθεί αυτή η έκταση κοινωνικής αντίδρασης που εκδηλώθηκε τότε και συνεχίζει και σήμερα. Γιατί η κυβέρνηση στην πραγματικότητα δεν απέλυσε το προσωπικό. Αυτό είναι η συνέπεια που είχε το κλείσιμο της ΕΡΤ για τους εργαζομένους της. Αυτό που έκανε στην πραγματικότητα η κυβέρνηση ήταν να κλείσει την  τηλεόραση, τη δημόσια τηλεόραση, να «ρίξει μαύρο» που λέμε. Με δυο λόγια, η κυβέρνηση στέρησε από τους Έλληνες ένα βασικό δικαίωμα, που είναι το δικαίωμα στην πληροφόρηση από ένα δημόσιο φορέα. Είναι ανάλογο με το να έκλεινε μέσα σε μια μέρα όλα τα δημόσια σχολεία, όλα τα δημόσια νοσοκομεία, όλες τις δημόσιες συγκοινωνίες. Γι’ αυτό το λόγο, θεωρώ, ξεσηκώθηκαν και οι περισσότεροι.

Επιπλέον, η ΕΡΤ είναι ταυτισμένη με την ταυτότητα του νεοέλληνα. Μέσα από την ΕΡΤ, οι άνθρωποι έχουν καταναλώσει άπειρες ποσότητες ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος. Δηλαδή, όλο αυτό που ήταν η ΕΡΤ τα προηγούμενα χρόνια, τις προηγούμενες δεκαετίες, είναι κομμάτι της προσωπικότητας των Ελλήνων. Με δυο λόγια, λοιπόν, η κυβέρνηση προσπάθησε να διαγράψει ένα κομμάτι της ταυτότητας των Ελλήνων. Και γι’ αυτό ακριβώς εξεγέρθηκαν οι πολίτες. Διότι η ΕΡΤ είναι και δημόσιος και εθνικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας. Κι ένιωσαν ένα τραύμα και στην πολιτιστική και στην εθνική τους ταυτότητα συνάμα οι Έλληνες. Για να γίνω πάρα πολύ συγκεκριμένος να σας πω το εξής. Εγώ συνηθίζω το καλοκαίρι να το περνώ στη Μυτιλήνη γιατί εκεί έχω το εξοχικό μου. Πρέπει να σας πω λοιπόν ότι στις συχνότητες που δεν εξέπεμπε εθνικό ραδιοτηλεοπτικό σήμα, μπορούσες να δεις κρυστάλλινα προγράμματα τουρκικά. Έβλεπα, δηλαδή τη «Φατμαγκιούλ» στο πρωτότυπο, χωρίς μετάφραση.

Ποιος είναι ο λόγος που η κυβέρνηση έκλεισε την ΕΡΤ; Θα σας πω. Ο βασικός, ο κύριος λόγος ήταν πολιτικός, δηλαδή επειδή είχε απολέσει τον πολιτικό έλεγχο επί της ΕΡΤ. Από πού προκύπτει αυτό; Θα σας πω αμέσως. Ένα χρόνο πριν, στις 12 Ιουνίου 2012, ο κύριος Μουρούτης, ο πρωθυπουργικός σύμβουλος σε ζητήματα επικοινωνίας, είχε γράψει στο twitter και συμβαίνει να έχω τη φωτογραφία από το εν λόγω tweet, ότι τα πρώην πράσινα και νυν ροζ παπαγαλάκια δίνουν τις τελευταίες τους παραστάσεις. Ήταν μία σαφής απειλή και προειδοποίηση ότι επίκειται το κλείσιμο της ΕΡΤ. Να σας πω ακόμα ότι δύο εβδομάδες πριν η κυβέρνηση κλείσει την ΕΡΤ, είχα δεχθεί μία κλήση από κάποια δημοσιογράφο που είχε μάθει ότι θα συμβεί αυτό και με καλούσε στην ΕΡΤ για να το συζητήσουμε. Έμαθα εκ των υστέρων ότι αυτός που δεν το επέτρεψε και δεν έγινε ποτέ αυτή η συζήτηση ήταν ο Γενικός Διευθυντής Ενημέρωσης της ΕΡΤ. Ο Πρόεδρος της ΝΟΔΕ Καβάλας, αφού έκλεισε η δημόσια τηλεόραση, παραδέχτηκε ευθαρσώς πως ο λόγος ήταν ότι η ΕΡΤ δεν πρόβαλε επαρκώς την κυβέρνηση. Θυμίζω ότι ανάλογες δηλώσεις έχει κάνει μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ η κυρία Βούλτεψη και, βεβαίως, τέτοιες ακριβώς δηλώσεις έκανε ο κύριος Γεωργιάδης στην κυρία Κατσίμη, σε μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχε στην «Πρωινή Ενημέρωση», την οποία παρουσίαζε και παρουσιάζει η κυρία Κατσίμη. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, μάλιστα, κατά την ομιλία του στο Ναύπλιο, επικαλέστηκε τις απεργίες που είχαν οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ κατά την επίσκεψή του στην Κίνα κι ακριβώς επειδή το θεώρησε αυτό πολιτικό σαμποτάζ (για πολιτικό λόγο στην ουσία, δηλαδή), έκλεισε τη δημόσια τηλεόραση.

Εδώ μάλιστα, πρέπει να σταθμίσουμε δύο πράγματα. Η απεργία δεν είναι παράνομη. Το να κλείσεις, όμως, την ΕΡΤ είναι παράνομο. Δηλαδή, η κυβέρνηση με μια παράνομη πράξη προσπάθησε να αντιμετωπίσει μια νόμιμη (υπερβολική ή όχι, αυτό είναι μια άλλη ιστορία) πράξη. Θέλω να πω και κάτι ακόμα εδώ. Εγώ, ας δεχτώ ότι η ΠΟΣΠΕΡΤ συγκεκριμένα έκανε κάποιες απεργίες με πολιτικό κίνητρο. Δε λέω ότι είναι αλήθεια, απλά ας το υποθέσουμε. Δεν πρέπει όμως να αναρωτηθεί κανείς τι ήταν αυτό που κατέστησε δυνατή αυτή την αντίδραση, την πολιτική αντίδραση στα πράγματα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης; Η προσωπική μου άποψη είναι ότι εδώ παίχτηκε ένα ιδιότυπο πολιτικό πινγκ-πονγκ. Από τη μία πλευρά είχαμε την αυθαιρεσία της κυβέρνησης, την πολιτική παρέμβαση η οποία ήταν καθημερινή στη δουλειά των δημοσιογράφων και από την άλλη πλευρά είχαμε την αντίδραση των εργαζομένων (δεν έχει καμία σημασία αν ήταν υπερβολική ή όχι, το τονίζω αυτό) για να αντιμετωπίσει αυτήν ακριβώς την αυθαιρεσία της κυβέρνησης.

Και μιας και μιλάω για αυθαιρεσία, να τη στοιχειοθετήσω γιατί πρέπει να μιλάμε και με αποδείξεις. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, την απομάκρυνση της κυρίας Κατσίμη και του κυρίου Αρβανίτη επειδή αναδημοσίευσαν από την εκπομπή τους το ρεπορτάζ του Guardian, σύμφωνα με το οποίο γίνονται βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ. Αυτό ήταν το δημοσιογραφικό τους έγκλημα. Πρόκειται σαφέστατα για λογοκρισία. Ξέρετε, υπάρχουν 6 βασικές αρχές στη δημόσια τηλεόραση. Μία από αυτές λέει ότι οι δημοσιογράφοι της δημόσιας τηλεόρασης πρέπει να χαίρουν της μέγιστης δυνατής ελευθερίας που δεν μπορούν οι δημοσιογράφοι της ιδιωτικής τηλεόρασης, λόγω των εμπορικών σκοπιμοτήτων.

Άρα, λοιπόν, λέω ξανά ότι ο βασικός λόγος που η κυβέρνηση έκλεισε την ΕΡΤ ήταν επειδή είχε απολέσει πλήρως τον πολιτικό έλεγχο. Αυτό προδίδει και τι είδους δημόσια τηλεόραση θέλει η κυβέρνηση, δηλαδή τι είδους δημόσια μέσα. Δηλαδή θέλει μέσα τα οποία να τα ελέγχει και να προβάλουν τα θέματα όπως εκείνη επιθυμεί. Κι εδώ εγώ θέτω το εύλογο ερώτημα. Τι διαφορετικό θέλει η Χ.Α.; Η Χ.Α. δεν είναι αυτή που θέλει μέσα επικοινωνίας που να υπακούουν στο παράγγελμα «εγέρθητι»; Τι διαφορετικό θέλει η κυβέρνηση από τα μέσα επικοινωνίας, τι διαφορετικό θέλει η κυβέρνηση από την ΕΡΤ; Να σας θυμίσω και κάτι ακόμα. Τα μόνα κόμματα τα οποία υποστήριξαν το κλείσιμο της ΕΡΤ και μάλιστα με την ίδια επιχειρηματολογία ήταν η ΝΔ και η Χ.Α. Τόσο η ΝΔ όσο και η Χ.Α. είπαν ότι καλώς έκλεισε η ΕΡΤ γιατί είχε πολλούς αριστερούς.

Άρα, λοιπόν, έρχομαι και λέω: ας μην έχουμε καμία αυταπάτη! Η ΕΡΤ έκλεισε για πολιτικούς λόγους. Διότι από την άποψη της σπατάλης και της αδιαφάνειας την οποία επικαλείται η κυβέρνηση, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Καταρχήν, ακόμα κι αν υπήρχε σπατάλη και αδιαφάνεια, αυτά ήταν φαινόμενα τα οποία τα δημιούργησαν οι κυβερνόντες. Κυβερνόντες τα τελευταία χρόνια ήταν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ εναλλάξ, που τώρα, βεβαίως, συνεργάζονται ως συμπολίτευση. Δεν μπορεί, λοιπόν, να είναι και θύτες και εκκαθαριστές ταυτόχρονα. Αυτά δε γίνονται σε καμία χώρα πολιτισμένη. Επιπλέον, να θυμίσω ότι μέχρι και το 2010 η ΕΡΤ ήταν κερδοφόρος οργανισμός, δηλαδή συνεισέφερε εκατομμύρια ευρώ στον κρατικό κορβανά. Και να πω και κάτι ακόμα; Παρά το γεγονός ότι η ΕΡΤ κατέστη λόγω της διαχείρισης από την κυβέρνηση όχι κερδοφόρα, δεν ήταν ποτέ προβληματική όπως τα ιδιωτικά κανάλια, αλλά και πάλι αυτό οφείλεται στην κυβερνητική διαχείριση. Θυμίζω μόνο ότι η εκπομπή «Μεσογείων 360» (ή όπως λεγόταν) κόστιζε το επεισόδιο 1.000.000 ευρώ, στην οποία πρωταγωνιστούσε βεβαίως κόρη πρώην υπουργού της ΝΔ και μάλιστα με τηλεθέαση 1%. Θυμίζω, επίσης, ότι η ΝΔ είχε τοποθετήσει ως συμβούλους ειδικών θεμάτων κάπου 30 άτομα, τα οποία τα πλήρωνε με περίπου 4.000 ευρώ το μήνα, στοίχιζαν δηλαδή συνολικά 1.000.000 το χρόνο αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να προσφέρουν στην ουσία τίποτα. Να θυμίσω ακόμα ότι υπήρχαν φιλοκυβερνητικοί δημοσιογράφοι που πληρώνονταν κανονικά αλλά δεν πατούσαν ποτέ στη δουλειά τους, καθώς δούλευαν σε άλλα μέσα ιδιωτικά. Αυτούς γιατί δεν τους έλεγχαν ποτέ για παράδειγμα; Επομένως, λοιπόν, ο τελευταίος που δικαιούται να καταγγείλει για αδιαφάνεια την ΕΡΤ είναι η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ που αποτελούν τη συγκυβέρνηση. Να πω και κάτι ακόμα. Μία από τις τελευταίες απεργίες που έκαναν οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ και την οποία επικαλέστηκε ως πρόσχημα η κυβέρνηση, ήταν ακριβώς γιατί απαιτούσαν να σταματήσει αυτή η αδιαφάνεια. Το βασικό αίτημα ήταν ακριβώς αυτό, να σταματήσει η αδιαφάνεια.

Το ερώτημα, πλέον, είναι γιατί η κυβέρνηση έχασε τον πολιτικό έλεγχο. Τον έχασε για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι τον Ιούνιο ριζοσπαστικοποίησε το μισό πληθυσμό της χώρας. Και βεβαίως, οι δημοσιογράφοι είναι κομμάτι του πληθυσμού της χώρας, πράγμα που σημαίνει ότι η κρίση ριζοσπαστικοποίησε και τους δημοσιογράφους. Αυτό ακριβώς εννοεί στην πραγματικότητα ο Μουρούτης στο tweet με τα πρώην πράσινα και νυν ροζ παπαγαλάκια, εννοεί ότι μετακινήθηκαν πολιτικά. Ναι αλλά πολιτικά μετακινήθηκαν τεράστιες μάζες στην Ελλάδα, προς κάθε κατεύθυνση. Επιπλέον, οι δημοσιογράφοι, καθώς βρίσκεται η ανάσα τους διαρκώς πάνω από την καθημερινότητα και βλέπουν και ζουν την κοινωνική πραγματικότητα, αυτό το οποίο έκαναν ήταν να φέρουν αυτή την πραγματικότητα στο γυαλί. Όσο ελεγχόμενη και να ήταν η δημόσια τηλεόραση, όσες παρεμβάσεις κι αν υπήρχαν, πάντα ξέφευγαν φωνές που προέβαλαν αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα, αποδίδοντας και τις ευθύνες γι’ αυτό. Ο δεύτερος λόγος ήταν ο εξής. Η ΕΡΤ, επειδή ήταν μια κατά βάση κρατική και όχι δημόσια τηλεόραση, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να ακολουθεί αυτό που στις επικοινωνιακές επιστήμες αποκαλούμε «πολιτική λογική». Συγκεκριμένα, ήταν «υποχρεωμένη» να προβάλει τις πολιτικές δυνάμεις σύμφωνα με τη δύναμη που έχουν στο κοινοβούλιο. Όμως, σκεφτείτε μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012 ποια ήταν η κατανομή των πολιτικών δυνάμεων στο κοινοβούλιο. Πρώτη δύναμη η ΝΔ και δεύτερη δύναμη ο ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς λοιπόν κι εκ των πραγμάτων η δημόσια τηλεόραση άρχισε να δίνει πολύ περισσότερο χρόνο στην αξιωματική αντιπολίτευση. Αλλά αυτό δε συνέβη γιατί ήταν συριζαίοι η δημοσιογράφοι. Αυτό συνέβη εξαιτίας της αποστολής της δημόσιας τηλεόρασης. Σημασία έχει ότι αυτό έκανε πάντα η ΕΡΤ: προέβαλε τις πολιτικές δυνάμεις ανάλογα με την επιρροή τους στο κοινοβούλιο. Αυτοί είναι οι δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους η κυβέρνηση έχασε τον πολιτικό έλεγχο.

Υπάρχει, όμως, κι ένας επιπλέον λόγος ο οποίος αποκαλύφθηκε με ιδιαίτερη δύναμη από τους εργαζομένους της ΕΡΤ και ιδιαίτερα από το Νίκο Μιχαλίτση, τον τέως προΪστάμενο των τεχνικών υπηρεσιών. Αυτός ήταν ότι στα τέλη Ιουνίου εκκρεμούσε ο διαγωνισμός για τον πάροχο των ψηφιακών συχνοτήτων, δηλαδή για την εταιρεία εκείνη η οποία θα αναλάμβανε να στέλνει στις οθόνες μας το ψηφιακό σήμα και για το οποίο θα πληρωνόταν. Ο μόνος που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί και μάλιστα με πολύ σοβαρές αξιώσεις να κερδίσει αυτό το διαγωνισμό ήταν η ΕΡΤ. Άρα, λοιπόν, θέλησαν, εκτός των άλλων, με βάση τα στοιχεία που έχει ο κύριος Μιχαλίτσης να βγάλουν από τη μέση την ΕΡΤ για να κερδίσει αυτό το διαγωνισμό η Digea. Αυτό δεν εξηγεί το γιατί η κυβέρνηση έκλεισε την ΕΡΤ, αλλά γιατί διάλεξε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να το κάνει. Γιατί σ’ αυτή τη χρονική στιγμή, μπορούσε να βγε εκτός διαγωνισμού. Κι επιπλέον, ερχόταν καλοκαίρι, οπότε νόμισαν ότι δε θα υπάρξει εκτενής αντίδραση.

Να σας πάω λίγο στο χώρο της παιδείας. Μετά τις απολύσεις εκπαιδευτικών και το κλείσιμο σχολείων, ήρθε η διακοπή της λειτουργίας πανεπιστημιακών ιδρυμάτων από τους διοικητικούς υπαλλήλους, εξαιτίας της αδυναμίας εκπλήρωσης των λειτουργιών των πανεπιστημίων, λόγω έλλειψης προσωπικού. Όντας καθηγητής ενός από τα μεγαλύτερα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για την κατάσταση που έχει περιέλθει η παιδεία τα τελευταία χρόνια αλλά και για το πώς και γιατί φτάσαμε στο σημερινό σημείο 0, έπειτα από τη μακροχρόνια προσπάθεια απαξίωσης της δημόσιας παιδείας;

Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό το οποίο είπατε κυρία Κουλέτα ότι η διαθεσιμότητα των διοικητικών υπαλλήλων δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά είναι το επόμενο επεισόδιο το οποίο ζούμε σε μια προσπάθεια περικοπών και υποβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου όπως και κάθε δημόσιας υπηρεσίας σ’ αυτή τη χώρα, η οποία έχει ξεκινήσει ήδη με την έναρξη της κρίσης και της προσπάθειας αντιμετώπισής της. Στην πραγματικότητα η κρίση χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα, ως αφορμή για να χτυπηθούν τα δημόσια αγαθά και δεν είναι η ουσία αυτή. Να θυμίσω μερικά περιστατικά εδώ για να τεκμηριώσω όσα λέω. Ο τακτικός προΫπολογισμός του πανεπιστημίου για τη λειτουργία μας έχει περικοπεί κατά 50% και πλέον. Δηλαδή έχουμε τα μισά χρήματα για να τρέξουμε το πανεπιστήμιο, για να ικανοποιήσουμε κατά βάση τις εκπαιδευτικές ανάγκες, σε σχέση με ό,τι είχαμε το 2009 και θυμάστε ότι κάναμε προσπάθειες διαρκώς για να αυξηθεί ο προΫπολογισμός, χωρίς να σημαίνει ότι δε χρειαζόταν εξορθολογισμός. Είμαστε σαφείς: βεβαίως χρειαζόταν εξορθολογισμός αλλά όχι περικοπές.

Δεύτερον, οι περικοπές των πανεπιστημιακών έχουν φτάσει στο 40% και εμού του ιδίου περιλαμβανομένου. Θα μου πείτε «Πέρνατε πολλά». Ναι, σε σχέση με άλλους εργαζομένους, πέρναμε πολλά. Αλλά σκεφτείτε όμως το εξής. Τα χρήματα που παίρνει ένας πανεπιστημιακός τα διαθέτει σε καθημερινή ή εβδομαδιαία βάση για να αγοράζει βιβλία κι άλλο τέτοιο εκπαιδευτικό υλικό. Βεβαίως έχουμε κάποια χρηματοδότηση από το πανεπιστήμιο για την αγορά βιβλίων αλλά αυτό δε φτάνει για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Και βεβαίως, αν μιλάμε για βιβλια του εξωτερικού, εκεί μιλάμε για πολύ μεγάλες δαπάνες. Σκεφτείτε επίσης ότι πληρώνουμε τις συμμετοχές μας στα συνέδρια. Φυσικά και το πανεπιστήμιο δίνει κάποια λεφτά για τις συμμετοχές στα συνέδρια. Αλλά σκεφτείτε ότι ένα πανεπιστήμιο στη Σουηδία δίνει 20.000 ευρώ το χρόνο, ενώ εμείς συγκεκριμένα στο ΕΚΠΑ λάβαμε μόλις 950 ευρώ για δύο χρόνια. Θα μου πεις «Καλά, χρειάζεσαι κι αυτό τον επιστημονικό τουρισμό;». Όχι μόνο τον χρειαζόμαστε, είναι απαραίτητος και θα το πω γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν. Όπως, ίσως, κάποιοι από τους αναγνώστες σας γνωρίζουν, η κατάταξη των πανεπιστημίων γίνεται με βάση το ερευνητικό έργο. Κομμάτι αυτού του ερευνητικού έργου είναι και η συμμετοχή στα συνέδρια και η εκεί ανάληψη υπεύθυνων θέσεων. Άρα, λοιπόν, πώς θα έχουμε μεγαλύτερο επιστημονικό έργο και μάλιστα στο διεθνή ορίζοντα το οποίο και να μας δίνει περισσότερους πόντους αν δεν πηγαίνουμε σε συνέδρια; Εκτός αυτού, η συμμετοχή μας σε συνέδρια είναι απαραίτητη τόσο για την εκπαίδευσή μας όσο και για την επιστημονική έρευνα. Εμείς, αυτά που μαθαίνουμε, τα φέρνουμε εδώ και τα κάνουμε κομμάτι της διδασκαλίας. Και το σπουδαιότερο, η συμμετοχή στα διάφορα συνέδρια είνα πολύ σημαντική για την εξέλιξη των καθηγητών σε ανώτερες βαθμίδες. Επομένως, λοιπόν, κόβονται δαπάνες οι οποίες είναι σημαντικές και για την εξέλιξη του εκάστοτε από εμάς αλλά και για την εξέλιξη των πανεπιστημιακών μας ιδρυμάτων στο διεθνή ορίζοντα.

Να θυμίσω ακόμα ότι είχαμε πλήγμα στα πανεπιστήμια με τη σχεδόν υποχρεωτική συμμετοχή τους στο PSI. Το PSI (Private Sector Involvement) αφορούσε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ). Έτσι, λοιπόν, ακόμα και αν τα ίδια τα πανεπιστήμια ήθελαν να συμμετέχουν, θα έπρεπε η κυβέρνηση να τους απαγορεύσει να συμμετέχουν, όχι να τα προτρέπει και μάλιστα χρησιμοποιώντας τον τότε Πρόεδρο του ΙΟΒΕ, τον κύριο Στουρνάρα, να ενισχύσει τη συμμετοχή του ΕΚΠΑ συγκεκριμένα στο PSI. Άρα, λοιπόν, δεχθήκαμε περικοπές 55% στα αποθεματικά μας από τη συμμετοχή μας στο PSI. Και τώρα, έρχεται η μείωση των δημοσίων υπαλλήλων. Πρέπει να σας πω ότι από τα στοιχεία που έχει καταθέσει η Πρυτανεία και τα οποία μπορεί να τα εξετάσει όποιος επιθυμεί, η Ελλάδα διαθέτει πολύ λιγότερο αριθμό διοικητικών υπαλλήλων ανά καθηγητή απ’ ό,τι άλλες χώρες, όπως προκύπτει από τα διεθνή standards. Στην πραγματικότητα διαθέτουμε και λιγότερους υπαλλήλους (και μιλώ για το ΕΚΠΑ) τώρα ακόμα και με τα κριτήρια που έχει δώσει το Υπουργείο. Για να είμαι σαφής και να να τεκμηριώσω αυτό το οποίο λέω, με τα κριτήρια που μας έχει δώσει το Υπουργείο και με τα διεθνή standards, έχουμε έλλειμμα 500 υπαλλήλων. Και αντί, λοιπόν, το Υπουργείο να καλύψει αυτό το έλλειμμα, έρχεται να πάρει 395, να δημιουργήσει δηλαδή άλλο ένα πρόσθετο έλλειμμα επιπλέον 500 υπαλήλων περίπου. Και όχι, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε με αυτούς που θα μας απομείνουν. Οι διοικητικοί υπάλληλοι (μιλώντας πχ για το τμήμα μου στο οποίο και είμαι πρόεδρος) κάνουν πολά που δεν μπορούν να γίνουν χωρίς αυτούς: ασχολούνται σε καθημερινή βάση με τα αιτήματα των φοιτητών για την παροχή διαφόρων πιστοποιητικών, για τα μεταπτυχιακά, για θέματα βαθμολογιών, για το πάσο τους και πολλά ακόμα που δε χρειάζεται να απαριθμήσω. Και ρωτάω λοιπόν: ποιος θα τους τα δώσει τώρα αυτά όταν θα απομείνει η μισή γραμματεία; Η γραμματεία ασχολείται ακόμα με τα Erasmus. Δηλαδή, όλη τη γραφειοκρατία που απαιτείται για να πάει ένας φοιτητής Erasmus ή να έρθει κάποιος από το εξωτερικό εδώ, ποιος θα την αναλάβει; Η γραμματεία ασχολείται ακόμα με το σύστημα «Εύδοξος». Ποιος θα το κάνει αυτό τώρα; Και μπορεί να έχουμε προχωρήσει τη διαδικασία της μηχανογράφισης, όμως την ίδια στιγμή έχουν προκύψει καινούριες ανάγκες. Να σας πω για το τμήμα μου ότι είχαμε ένα μεταπτυχιακό με δύο κατευθύνσεις και τώρα έχει πέντε μεταπτυχιακά. Και, εκτός αυτού, συμμετέχουμε και σ’ άλλα τρία διατμηματικά, εκ των οποίων τα δύο είναι καινούρια. Όλα αυτά λοιπόν, θέλουν μία πρόσθετη διοικητική υποστήριξη. Μιλώντας ειδικά για το ΕΚΠΑ, όπως γνωρίζετε, έχει μια μεγάλη γεωγραφική διασπορά. Είναι η πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου και είναι και η «πανεπιστημιούπολη του κέντρου της Αθήνας» που διαθέτει κτίρια σε πάρα πολλά σημεία. Αυτή η γεωγραφική διασπορά δημιουργεί και πρόσθετες ανάγκες σε διοικητικό προσωπικό.

Κοντολογίς, αν του χρόνου τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν κατρακυλήσει 300-400-500 θέσεις στη διεθνή κατάταξη, κανείς να μη ζητήσει ευθύνες από τα πανεπιστήμια αλλά να τις ζητήσει από την κυβέρνηση. Και να πω ότι υπάρχει και μια πονηριά, μια μεροληψία στο ζήτημα της διαθεσιμότητας. Ενώ, λοιπόν, απολύονται χίλιοι τόσοι από οκτώ πανεπιστήμια, από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο οποίο διδάσκει ο Υπουργός κι από το ΠΑΠΕΙ το οποίο βρίσκεται στην εκλογική του περιφέρεια δεν τίθεται σε διαθεσιμότητα ούτε ένας, ενώ η αναλογία διοικητικού προσωπικού σε διδακτικό προσωπικό θα είναι διπλή και μετά τη διαθεσιμότητα σε αυτά τα δύο ιδρύματα. Άρα, το θέμα αντιμετωπίζεται με δύο μέτρα και δύοο σταθμά.

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες παρακολουθούμε ένα πρωτοφανές θέαμα, με κεντρικό σημείο αναφοράς τη Χ.Α. Ένα θέαμα που έχει ως αφετηρία τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ενός Έλληνα, παρά τις δολοφονίες αλλά και απόπειρες εναντίον πολλών αλλοδαπών που είχαν προηγηθεί. Ξαφνικά, όλοι έμαθαν. Ξαφνικά, όλοι έπεσαν από τα σύννεφα και πρώτοι απ’ όλους οι κυβερνώντες και τα ΜΜΕ. Θα ήθελα το σχόλιό σας σχετικά με όλο αυτό.

Καταρχήν, η Χ.Α. έχει μια 30ετή πορεία σ’ αυτή τη χώρα (από το 1987) αν δεν κάνω λάθος. Από την ίδρυσή της, υπάρχουν διάσπαρτα κείμενα τα οποία δοξολογούν το Χίτλερ, τον Γκαίμπελς και διάφορους που στήριξαν το ναζιστικό κόμμα της Γερμανίας. Αυτό που στην ουσία συμβαίνει είναι ότι από τις προηγούμενες δημοτικές εκλογές στο δήμο της Αθήνας και συγκεκριμένα στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα η Χ.Α. άρχισε να αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά της και την επιρροή της. Καθώς, όμως, αυξάνει την επιρροή της, ταυτόχρονα αυξάνει και τα ποσοστά βίας τα οποία χρησιμοποιεί. Δεν ήταν άγνωστα τα φαινόμενα της ρατσιστικής βίας στην Ελλάδα, ήταν και είναι γνωστά: ο αλυσοδεμένος μετανάστης στη  Σαλαμίνα, οι επιθέσεις σε μετανάστες στην ιχθυόσκαλα, η επίθεση στο μετανάστη στον ΗΣΑΠ Αττική. Πέρα, όμως, από αυτό το στενό κύκλο των χρυσαυγίτικων επιθέσεων, έχουμε και ρατσιστικές επιθέσεις άλλες οι οποίες συντηρούν και ευνοούν όλο αυτό τον κύκλο βίας. Π.χ. στο σταθμό ΗΣΑΠ του Νέου Ηρακελίου εδάρη ανηλεώς νέος από άντρες της ΕΛ.ΑΣ. επειδή φορούσε ένα μπλουζάκι που δεν τους άρεσε. Η επίθεση κατά της Κούνεβα;

Το τι είναι η Χ.Α. και τι έκανε είναι γνωστό. Σχετικά με το τι έκανε, έχουν δημοσιευθεί εκατοντάδες έντυπα (κυρίως όχι mainstream αλλά και τέτοια) τα οποία μαρτυρούν αυτές τις επιθέσεις. Την ίδια στιγμή, υπήρχε άλλος πρωθυπουργικός σύμβουλος ο οποίος έλεγε «Έλα μωρέ, τι είνα η Χ.Α.; Το πολύ πολύ κάνουν εκεί μια αντιποίηση αρχής, άντε ρίχνουν και καμιά σφαλιάρα, αλλά δεν κάνουν δολοφονικές επιθέσεις». Καταλάβατε ποιον εννοώ, δε χρειάζεται να επεκταθώ. Εκτός από αυτό, προσπάθησαν τα ΜΜΕ να κάνουν κι ένα ξέπλυμα της Χ.Α., να την παρουσιάσουν σ’ ένα ιδιαίτερο φως, αν όχι σ’ ένα φωτοστέφανο, την ίδια στιγμή που ο Παναγιώταρος πχ έλεγε στο BBC ότι επίκειται εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Μόνο και μόνο για τέτοιοιυ είδους δηλώσεις που έχουν κάνει, θα μπορούσαν να έχουν συλληφθεί. Γνωστά, λοιπόν, ήταν όλα. Αλλά κι αν κάποιος δημοσιογράφος πρεσβεύει ότι δεν ήταν γνωστά, δεν κάνει κάνει γι’ αυτή τη δουλειά γιατί είτε τα ξέρει και τα αποκρύπτει  είτε τα αγνοεί κι αυτό είναι σοβαρό μειονέκτημα.

Για την τελευταία μου ερώτηση, θα δανειστώ ένα στίχο της Κατερίνας Γώγου, μιας και πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από το θάνατό της. Τελικά, πιστεύετε ότι «θα την αλλάξουμε τη ζωή»;

Βεβαίως. Από παλιά, ξέρετε, υπάρχει μια φιλοσοφική διαμάχη. Πώς αλάζει ο κόσμος; Αλλάζει αλλάζοντας τον εαυτό μας ή αλλάζοντας τους θεσμικούς όρους στους οποίους ζούμε; Η κοινωνία θα αλλάξει όταν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τους θεσμούς της και την πολιτική βεβαίως και μέσα από αυτό θα αλλάξουμε κι εμείς. Δε θα αλλάξουμε εμείς πρώτα ή οι θεσμοί, αυτά θα γίνουν ταυτόχρονα.

Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Πλειέ!

Εγώ σας ευχαριστώ κυρία Κουλέτα!