Οι πρώτες ψιχάλες

Ξημέρωμα Πέμπτης και η βροχή πέφτει άφθονη. Ηχεί στ’ αφτιά μου σαν θεριό και ξαναχάνεται. Και όλο δυναμώνει. Και η αντάρα εξυψώνεται και θολώνει ακόμα περισσότερο το μυαλό. Οι λέξεις δεν χωράνε στο χαρτί κι όσο κι αν προσπαθείς να τις ενώσεις δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Κι όμως την περίμενα αυτή τη βροχή. Την έψαχνα κάθε μέρα και την αναζητούσα σαν να ‘ταν λύτρωση ονειρεμένη, κάθαρση και ανακούφιση. Λέξη πρώτη. ΑΤΑΞΙΑ. Ακόμα κι οι σκέψεις αντιδρούν, σηκώνουν ανάστημα απέναντι στα κρυφά νοήματα. Δεν ξέρω ποιο χρόνο να διαλέξω. Ανήμπορη να αγγίξω το παρελθόν, συγχισμένη να φέρω βόλτα το παρόν, λίγη για ν’αδράξω το μέλλον.

Ο ήχος του αέρα με πιέζει και ταυτόχρονα με ηρεμεί. Η πλήρης σύγχυση. Θυμάμαι το καλοκαίρι. Ξέρω όμως καλά πως πίσω απ’τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα κρύβονται οι μεγαλύτερες καταιγίδες. Ποιος φταίει; Καλύτερα να μην ξέρω. Ή μάλλον όχι, τώρα τουλάχιστον θα προφυλαχτώ. Ο βρόντος έρχεται πιο κοντά. Οι σταγόνες φτάνουν στο μπαλκόνι μου, το νερό κυλά σαν να θέλει να παρασύρει κάθε Συμπληγάδα που με βασανίζει. Ησυχία παντού. Πού πήγαν όλοι; Οι λουσμένοι από φως δρόμοι της πολύβουης πρωτεύουσας ερήμωσαν. Τι αστείο να κρύβεσαι μπροστά στην βροχή. Φοβάσαι να πονέσεις, να ψηλαφίσεις τις ψιχάλες; Οι ψιχάλες θα γίνουν θύελλα κι η θύελλα μπορεί να παρασύρει τα πάντα. Τρέμεις να παρασυρθείς. Δεν σε αδικώ. Η βροχή μπορεί να ξεπλύνει, σκέψου, να πάρει μακριά τη σκόνη και τη μαυρίλα.

Η γη μυρίζει έπειτα από τη δυνατή βροχή κι αυτή η μυρωδιά διαπερνά το κορμί μου. Η φύση ολάκερη αναστατώνεται σαν να ζητά πίσω με πάθος τα κεκτημένα της. Οι στάλες πέφτουν στο χώμα κι αυτό τις ρουφά λες και θέλει να τους κλέψει την ένταση και την αξιοζήλευτη ζωντάνια που τις διακατέχει. Λέξη δεύτερη. ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ. Ήρθε χωρίς να με ρωτήσει. Η ασφάλεια του παρελθόντος, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, το σπίτι που ξενοίκιασες, ο φίλος που έχασες κι ότι άλλο γυρνάει στο νου κάτι τέτοιες ώρες. Η νοσταλγία ωριμάζει την ψυχή και μετριάζει τη μοναξιά. Σε βγάζει από το βούρκο, γυρίζοντας σε στο παλιό, ασφαλές καταφύγιο του παρελθόντος που κανείς στην πραγματικότητα δεν θες να σου ταράξει. Η αναπόληση γεννά τα όνειρα και την ελπίδα. Μην τη φοβάσαι, είναι φίλη καλή σε δύσκολες στιγμές.

Λέξη τρίτη. ΣΚΕΨΕΙΣ. Πάμπολλες σκέψεις που βασανίζονται μπας και βρουν μια χούφτα λογικής και καταλαγιάσουν. Πόσες φορές θέλουν να πάνε κόντρα στο κατεστημένο, να ξεπεράσουν τον εαυτό τους και να αλλάξουν το σύμπαν; Δειλία, συμβιβασμός, ωριμότητα. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; Μην τρέχεις μακριά από τις σκέψεις. Είναι δώρο Θεού. Έχε τους εμπιστοσύνη, πρέπει να τις κυνηγάς. Σε τρέφουν και σου δίνουν ορμή. Άλλαξες κι ο καινούριος εαυτός σε τρομάζει. Ε και; Αυτό δεν ήθελες; Φτάνει.

Κοιτώ το ρολόι. Η ώρα πέρασε. Η βροχή κόπασε μα αυτά τα γοτθικά σύννεφα παραμένουν και σιγοντάρουν. Ξημερώνει. Ένα συνηθισμένο πρωινό μόλις ξεκινά. Χαλαρή μουσική σιγοπαίζει ακόμα στο ραδιόφωνο. Το φως που μου κρατά συντροφιά όλο το βράδυ πρέπει να σβήσει και να δώσει την εκκίνηση στον αγώνα της ημέρας που έρχεται. Δεν θέλω να τελειώσει το βράδυ. Την περίμενα αυτή τη βροχή. Την έζησα στα σωθικά μου. Τη ρούφηξα με πάθος σαν τις τελευταίες τζούρες του τσιγάρου. Μόλις ήχησαν οι πρώτες κόρνες. Οι πρώτες καλημέρες έπεσαν. Μια νέα ημέρα μόλις ξεκίνησε…