Στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι, Παρασκευή βράδυ

Με έπιασαν και μένα κάτι ωραιότατες κρίσεις πανικού, ή τουλάχιστον έτσι τις αντιλήφθηκα εγώ.Εφίδρωση, τρέμουλο, τάσεις λιποθυμίας. Η διάγνωση προήλθε μέσα από παρέες. Αυτό το ”κι εγώ το παθαίνω, κι εσύ;” έχει αντικαταστήσει την ιατρική διάγνωση σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και σε μια αναπτυγμένη (!) κοινωνία σαν τη δική μας. Είπα, λοιπόν, να πάω σε ψυχολόγο.

 

Μπαίνω στον προθάλαμο κι αρχίζω να εξοικειώνομαι με το χώρο. Μες στην ασπρίλα, από τους τοίχους μέχρι τα έπιπλα και τα διακοσμητικά. Μα μέχρι και τα εξώφυλλα των περιοδικών που είχαν επιλέξει να τοποθετήσουν στο τραπεζάκι είχαν πλαίσιο λευκό. ”Αυτό κι αν είναι μούρλια”,σκέφτομαι. ”Η δική μου μοιάζει light μπροστά της.” Συνεχίζω να περιμένω κάνοντας αέρα με τα περιοδικά -ήταν μεσημέρι 2μιση η ώρα και είχε απίστευτη ζέστη- και επανατοποθετώντας τα λευκά μαξιλάρια για να βολέψω καλύτερα την αναμονή μου.

 

Τριαντάφυλλη ήταν το μικρό της όνομα. Γύρευε τι πετριά είχε κι αυτηνής το σόι για να τη βγάλει έτσι, και είπε να εκτονώσει τα τραύματά της στην ψυχολογία η έρμη. Αρχίζει να μου μιλά για την τεχνική της. Εστιάζει τις κρίσεις μου στην κλειδωμένη μου επιθυμία. (Η πλάκα είναι πως δεν της αφηγήθηκα παρά ένα σύντομο περιστατικό και αμέσως έβγαλε πόρισμα) ”Κλειδωμένη επιθυμία”, μου λέει και τονίζει τις λέξεις. Και πρέπει να την ερευνήσουμε βήμα βήμα. Πρέπει να κουβαλάω παντού μαζί μου ένα τετράδιο για να καταγράφω όλα όσα με φοβίζουν και με πανικοβάλλουν, τη στιγμή που εκτυλίσσονται. Από την επόμενη φορά θα πρέπει να κουβαλάω το τετράδιό μου μαζί μου στις συνεδρίες και να της αφηγούμαι τα περιστατικά της εβδομάδας στηριζόμενη στις σημειώσεις μου. Πάνω που πίστευα, λοιπόν, πως έχω ξεμπερδέψει με χαρτομάνι και σημειώσεις στη ζωή μου, να το πάλι που βγαίνει μπροστά μου. Θα με εξετάζει κάθε βδομάδα η Τριαντάφυλλη. Κι αναρωτιέμαι ποιες θα ναι οι σωστές απαντήσεις που θα πρέπει να της δώσω.

Γιατί είμαι βέβαιη πως υπήρχαν σωστές και λανθασμένες απαντήσεις εκ των προτέρων. Στην ψυχολογία κάθετι είναι ταξινομημένο ως σύμπτωμα για μια ασθένεια της μόδας ή μια ασθένεια που κάποτε θα «φορεθεί». Κι έτσι στις πρώτες μας συνεδρίες ένιωθα το εξεταστικό της βλέμμα πάνω μου, κι αναρωτιόμουν γιατί σ’ αυτό το «μάθημα», η ύλη και ο τρόπος εξέτασης να είναι τόσο συγκεχυμένος και άγνωστος στον εξεταζόμενο. «Κι όταν η φίλη σου σε κατηγόρησε πως δεν της συμπαραστάθηκες αρκετά στην περιπέτεια της πώς ένιωσες;» «Είχε δίκιο, άρχισα να το σκέφτομαι» «πώς ένιωσες σε ρώτησα, όχι τι σκέφτηκες» «ένιωσα άσχημα, πολύ άσχημα» «κάνε το πιο συγκεκριμένο, μήπως ένιωσες ενοχές» «δεν ξέρω, μπορεί,μάλλον» «σκέψου καλά και απάντα μου με βεβαιότητα»

 

Κι ενώ σκεφτόμουν τι χρωστάω να βασανίζομαι έτσι, η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να ολοκληρωθεί η συνάντησή μας. Έτσι μου άφησε το συναίσθημα αυτό για homework να το σκεφτώ στο σπίτι και να το αναλύσω μόνη μου.

 

Την επόμενη βδομάδα το ραντεβού μας μετατέθηκε από Τετάρτη απόγευμα σε Παρασκευή 7-8μιση. Με έβαλε λοιπόν να πιάσουμε το συναίσθημα από κει που το χαμε αφήσει την προηγούμενη φορά και να ξεκλειδώσουμε την επιθυμία. Άρχισε να ανατέμνει τα λόγια μου, να πολτοποιεί τις παύσεις μου και να ξεζουμίζει τις τελείες μου. Η επιστήμη της ψυχαναγκαστικής παρατήρησης είναι η ψυχολογία, σκέφτομαι. Άρχισε να ψάχνει το «τραύμα» και να μου λέει πως είναι κρίμα που δεν επέλεξα να κάνω ψυχανάλυση. ”ΕΝΟΧΗ,ΕΝΟΧΗ, ο αιώνιος πολέμιος της επιθυμίας”, ξεφωνίζει κατόπιν.  Κοίταξα διακριτικά το κινητό μου να δω την ώρα -γιατί είχα πλήξει θανάσιμα από τη φλυαρία της- και είδα 3 αναπάντητες και 2 μηνύματα, «να πάμε για τσίπουρο στο Θησείο κατα τις 8». Η ώρα ήταν 8 παρά δέκα.

Άρχισε πάλι τα δικά της και «πώς νιώθεις» και «τι επιθυμείς» κι αν δεν παραδεχτείς στον εαυτό σου τις επιθυμίες σου δε θα προχωρήσεις ποτέ μπροστά και κάτι τέτοια. Μη αντέχοντας άλλο την κατήχηση σηκώνομαι απότομαι και της λέω «Αυτή τη στιγμή επιθυμώ ένα τσίπουρο Τυρνάβου και διπλό μεζέ με την παρέα μου στο Θησείο» Σηκώνομαι και φεύγω ηρωικά,κόβοντας τον ειρμό της και αφήνοντας την έκπληκτη. Την άφησα, λοιπόν, να ανοίξει δρόμο για την επιθυμία μου -μόνη της- ,όσο εγώ θα ανοίγω μπουκάλια με τσίπουρα με τους φίλους μου στο Θησείο.

 

Στο γραφείο της πήγα μόνο για να πληρώσω στη γραμματέα της την κουτσουρεμένη συνεδρία της Παρασκευής. Οι κρίσεις πανικού με ζώνουν ακόμα ενίοτε, οι ενοχές αραιά και πού με επισκέπτονται, κι όσο για την επιθυμία αυτή ανοιγκοκλείνει μόνη της χωρίς να μάθω το PIN για να την χειρίζομαι.Αλλά δεν θυσίασα κανένα βράδυ Παρασκευής στην επιστήμη (ή στην ψευδεπίγραφη επιστήμη) ξανά.

 

Kι αν η ψυχή και το πνεύμα έχουν μικρορωγμές από παλιά τραύματα, παρε τα τραύματα και βγάλε τα βόλτα να τα αμβλύνεις ή να τα ξορκίσεις κοροιδεύοντας τα. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές. Αν ένα τους κομμάτι υπολειτουργεί, δεν σημαίνει πως κλατάρει όλο το σύστημα!