Τα παιδιά μουντζώνουν φεύγοντας…

Παίρνω τηλέφωνο πριν κανά μήνα μια φίλη που είχαμε να μιλήσουμε καιρό. ”Χαθήκαμε”, της λέω και είμαι προετοιμασμένη να αρχίσουμε το μιζέριασμα μας για την ανεργία , την αφραγκία , την απογοήτευση και την αδράνεια. ”Έλα σε ένα παρτάκι αποχαιρετιστήριο την Παρασκευή. Φεύγω για Αγγλία, μεταπτυχιακό.”, μου λέει. Κατεβάζω τ’ ακουστικό και είμαι έτοιμη να τσιρίξω. Από χαρά για κείνη, από αγανάκτηση για μένα.

Σκέφτομαι πως για μένα δεν προδιαγράφεται καμία έξοδος διαφυγής για αυτό το χρόνο. Είμαι εγκλωβισμένη εδώ, καταδικασμένη να περιμένω..Να περιμένω το πανεπιστήμιο να ανοίξει… Την καθηγήτρια να απαντήσει…Τους χιλιάδες εργοδότες σε άπειρες εταιρίες να καταδεχτούν να ρίξουν μια φευγαλέα ματιά στο βιογραφικό μου.. Στο βιογραφικό μου που σημειωτέον δεν έχει προυπηρεσία, εκτός από μια σύντομη, ταπεινή πρακτική, γιατί είμαι 24 και δε με πολυπαίρνει και κανείς στα σοβαρά για έμμισθη εργασία. Φταίει, μωρέ, που ‘μαι μικρή και δεν έχει πήξει το μυαλό μου ακόμα καλά για να κουβαλάω χαρτζιλίκι. Δηλαδή για να τους βγάζω τη δουλειά μια χαρά μεγάλη είμαι, αλλά για να πληρωθώ γι’ αυτήν είμαι μικρή. Συμφορά μου!

Και ενώ ζεις στην εποχή και τη χώρα της αιώνιας αναμονής, ξαφνικά λαμβάνεις ένα μέιλ, για συνέντευξη, για δουλειά μάλλον. Λες δε μπορεί στον καιρό των ισχνών αγελάδων, όλο και καμία ξεμένει με παχάκια. Πας με λαχτάρα να εντυπωσιάσεις. Βγάζεις φωτοτυπία το πτυχίο, εκτυπώνεις το βιογραφικό. Επιτέλους σου δίνεται η πολυπόθητη ευκαιρία να αποδείξεις ότι κάτι αξίζεις. Ναι, θα πας με διάθεση να εντυπωσιάσεις. Θα βάλεις το βελούδινο παντελόνι, πουκάμισο και γόβες (όχι τίποτα σταράκια). Μπαίνεις στον προθάλαμο, και κρατάς όλο το χαρτομάνι, τα μοναδικά σου προικιά, στο χέρι. Στο σαλονάκι βλέπεις ένα τσούρμο υποψηφίους να περιμένουν μάλλον το ίδιο πράγμα. Κάποιον να ρθει να ρίξει μια φευγαλέα ματιά σ’ αυτό τον πάκο με τα χαρτιά που χει μουδιάσει τα χέρια. Όχι από το βάρος, αλλά από το χρόνο, απ’ τα χρόνια που τα κρατάμε στα χέρια και μας έχουν μουδιάσει τον καρπό. Βέβαια, σ’ αυτό το μούδιασμα πιο πολύ συντελεί η προσμονή που διαψεύδεται τόσο. (Κάναμε Μπέκετ φέτος στη σχολή, το ”Περιμένοντας τον Γκοντό”, κι η καθηγήτρια όλο σπουδαιότητα με κεινό το ακαδημαικό ύφος, με θεωρητική ύπνωση, μας επισήμανε πως αυτό που πλήττεται περισσότερο στους ήρωες του έργου, είναι η πίστη τους πως ο Γκοντό θα ρθει. Τον περίμεναν, τον ξαναπερίμεναν, και μαζί με την ώρα τους που σπαταλιόταν στην αναμονή, ροκανιζόταν σιγά σιγά και η πίστη τους πως ο Γκοντό θα ρθει. Ναι, αυτό είναι…)

Κι αν ο Γκοντό εν τέλει έρθει σε αυτή τη χώρα θα ‘χει σίγουρα τη μορφή του αρχισυντάκτη που με υποδέχτηκε στο γραφείο του εκείνο το πρωί, μετά 1μιση ώρας αναμονή. Ψηλός, θεωρητικός, καλοζωισμένος -που θα λεγε και η γιαγιά μου-. Είχε την ψευτοσιγουρία ανθρώπου που είχε κανα δυο επιτυχίες στο παρελθόν, αν κι εγώ πιστεύω πως το μόνο που είχε ήταν μια τεράστια ψωνάρα να κάνει φιγούρα στους νέους. Μου είπε να κάτσω, πήρε στα χέρια μου το βιογραφικό μου και το ψευτοκοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, ίσα ίσα για να μου κάνει το χατίρι. Μετά το κινούσε με τέτοια αδιαφορία στα χέρια του που πίστεψα πως θα το κάνει καραβάκι ή σαίτα από την πλήξη του. Και πράγματι ο τρόπος που μου μίλησε ήταν σαν να απευθύνεται σε μικρό παιδί. Μου εξήγησε αρκετά -με ένα εκνευριστικό χαμόγελο- πως δεν έχω την πείρα, δεν έχω αναμιχτεί -καθώς έβλεπε- αρκετά με το επάγγελμα. Του εξήγησα πως έχω κάνει πρακτική, έχω το πτυχίο μου και σε λίγο θα έχω το μεταπτυχιακό μου. Χαμογέλασε πιο έντονα, κάνοντας μια υποτιμητική σύσπαση.

Όχι ακριβώς υποτιμητική. Ήταν, μάλλον, σαν την έκφραση που παίρνει ένας ενήλικος στο θέαμα ενός παιδιού που πάει να τον εντυπωσιάσει. Σχεδόν υπεροπτική, σχεδόν καταδεχτική. Πρέπει να κάνω πρακτική, μου λέει. Με ήθελε για πρακτική. Μα έχω κάνει, του λέω. Σε κανάλι είναι αλλιώς, μου λέει. Μα πόσο πιο δύσκολο είναι το σάιτ, εμένα μου φαίνεται πιο εύκολο, του λέω. Είναι αλλιώς, μου λέει. Έξι μήνες πρακτική και μετά βλέπουμε, μου λέει πάλι. Άστο διάλο,λέω από μέσα μου. Δεν ενδιαφέρομαι, καλό σας απόγευμα, λέω απέξω μου. Βγαίνω φουριόζα από το γραφείο, ρίχνω μια μούντζα στους υποψηφίους που περίμεναν ακόμα στον προθάλαμο, μια διπλή μούντζα σε μένα και φεύγω με τσαλακωμένες τις φωτοτυπίες του πτυχίου και του βιογραφικού. Όχι πως θα το προσέξει και κανείς. Για σαίτες καλές είναι και ας είναι τσαλακωμένες.

Πάω στο αποχαιρετιστήριο πάρτι της Παρασκευής. Δεν ξέρω τι άλλο να της πάρω για δώρο και της παίρνω ένα μπουκάλι ρετσίνα, να την τσακίσουμε και να μνημονεύσουμε τα ελληνικά, τα ανέμελα που θα χάσει από δω και πέρα. Την βλέπω να χαμογελάει με ανακούφιση.. ”Λονδίνο, μου λέει, επιτέλους την κάνω από τη χωματερή.” Νωρίτερα, ένα άλλος φίλος μου, είχε φύγει για Ολλανδία, με την ίδια χαρά, θυμάμαι. Και άλλος ένας είχε βρει δουλειά στην Ελβετία. Για δυο χρόνια, αλλά θα το κυνηγούσε και για μόνιμα. Κι άλλοι γνωστοί μου είχαν σκορπίσει στη Σκανδιναβία. Έχει δουλειά εκεί, και τη γλώσσα τη συνηθίζεις, μου είχαν πει.

Και σιγά σιγά όλοι κατά ‘κει το πάνε. Όπου βρούνε άνοιγμα ”χώνονται” για να δραπετεύσουν. Γιατί σε αυτή τη χώρα, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι η ανεργία. Είναι η υποτίμηση των εργαζομένων. Μια γενιά ανθρώπων που ονειρεύτηκαν,σπούδασαν και θέλησαν να υλοποιήσουν τα όνειρα τους, τυπώνοντας τα σε βιογραφικό για να τα δειγματίσουν, υποτιμάται και προσλαμβάνεται στην καλύτερη περίπτωση για χαμαλίκι. Ναι, γεννηθήκαμε στη γενιά των δούλων. Μας γέννησαν για να υπηρετήσουμε τα καπρίτσια τους. Σε αυτή τη χώρα, λοιπόν, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο θεσμός της δουλείας που μας ήρθε ανανεωμένος από τα σκονισμένα χρονοντούλαπα της Ιστορίας. Ευνούχοι και δούλοι απαρτίζουν τη γενιά των 25ηδων.

Και έτσι δεν είναι να απορείς που τα παιδιά μουντζώνουν φεύγοντας…