4.200 αυτοκτονίες – Σιωπή

Εδώ και καιρό δε γράφω. Όχι γιατί δεν έχω αφορμές να γράψω. Προς Θεού, από δαύτες άλλο τίποτα. Όμως, για κάποιο λόγο ή και για περισσότερους από έναν, νιώθω λες και όποτε το έχω προσπαθήσει τα δάχτυλά μου είναι μουδιασμένα. Προφανώς όχι λόγω κάποιας οργανικής πάθησης. Απλά τα χέρια μου δεν μπορούν να βάλουν σε μια τάξη όλα όσα έχω στο μυαλό μου. Και είναι πολλά.

Χθες διάβασα για τον 60χρονο που αυτοπυρπολήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, όντας απελπισμένος και καταφανώς σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση από τα χρέη. Έπιασα τον εαυτό μου προς στιγμήν να ψελλίζει: «Και δεν είναι ο πρώτος αλλά ούτε ο τελευταίος». Όταν συνειδητοποίησα τι είπα, ντράπηκα. Κατάλαβα πως ασυναίσθητα έγινα ένα με αυτό που σιχαίνομαι και κατακρίνω. Έγινα ένα με αυτούς που παρακολουθούν μηχανικά και ανάλγητα τα όσα γίνονται σα να μην τους αφορούν.

Οι αριθμοί δε μιλούν απλώς, κραυγάζουν. Τα τελευταία 3 χρόνια και κάτι οι αυτοκτονίες έφτασαν τις 4.200. Άνθρωποι απεγνωσμένοι, με πολλά χρέη, νοικοκύρηδες μέχρι πρότινος, μη μπορώντας να αντέξουν το ψυχολογικό καταρχάς κι έπειτα το πρακτικό βάρος της κατάστασής τους, προέβησαν στο απονενοημένο. Πιο τραγικό κι από τις ίδιες τις αυτοκτονίες είναι ότι εμείς οι υπόλοιποι απλά παρακολουθούμε. Στην αρχή του φαινομένου κοιτούσαμε κάπως αποσβολωμένοι. Μετά ίσως να λέγαμε κάτι του τύπου «Κρίμα μωρέ, γύρευε πόσα βάσανα είχε ο καημένος». Πλέον, απλά συνηθίσαμε και δε μας ιδρώνει καν το αυτί.

Αλήθεια, πώς συνηθίζεται η σαπίλα; Πώς συνηθίζεται η ντροπή; Ο άνθρωπος που αυτοπυρπολήθηκε ήταν 60 χρονών. Μία μέρα πριν το συμβάν αυτό, ο πατέρας μου έγινε 60 χρονών. Θα μπορούσε να ήταν εκείνος στη θέση του. Το ότι δεν ήταν τώρα, δε σημαίνει ότι δε θα βρεθεί και ποτέ σε μια ανάλογη κατάσταση. Τρόμαξα. Μα πιο πολύ εκνευρίστηκα. Μ’ εμένα, μ’ εσένα, με όλους μας. Ένας ακόμα άνθρωπος, ρε. Άνθρωπος. Όχι καρέκλα, όχι γραφείο, όχι αμάξι, όχι σπίτι. Άνθρωπος. Μια ζωή, ρε.

Το θέμα δεν είναι απλά ότι συνηθίσαμε σε όλα και γίναμε ακίνδυνοι σ’ αυτούς. Το θέμα βασικά είναι ότι συνηθίσαμε και γίναμε επικίνδυνοι για εμάς τους ίδιους, για την κοινωνία ολόκληρη. Γίναμε το σκυλί που γαβγίζει από τον καναπέ αλλά δε δαγκώνει, γιατί για να δαγκώσει πρέπει να βγει στο δρόμο και πού να τρέχουμε τώρα. Είναι και καλοκαίρι. Σωστά; Ντροπή. Ντροπή. ΝΤΡΟΠΗ.